Θα έρθει μια στιγμή, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, που θα αποφασίσεις να βάλεις ένα τσιπ υπολογιστή στον εγκέφαλό σου. Τουλάχιστον αυτό υποστήριξε ο D. Scott Phoenix μιλώντας στο κοινό του TED 2026 στο Βανκούβερ τον περασμένο μήνα.
«Κάποιος συνάδελφός σου θα το κάνει πρώτος. Κι εσύ θα αντισταθείς για λίγο, όπως έκανες κάποτε με το smartphone. Αλλά στο τέλος δεν θα μπορέσεις να μείνεις έξω από αυτό», είπε ο Phoenix, ντυμένος στα μαύρα, με ένα μικρόφωνο στερεωμένο στο αυτί του. «Τα πλεονεκτήματα της ενσωμάτωσης θα είναι πολύ δύσκολο να ανταγωνιστούν».
Με απλά λόγια, όπως είπε, «βρισκόμαστε στο κατώφλι της επόμενης μεγάλης μετάβασης: της συγχώνευσης ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης».
Η άποψη αυτή, όσο ακραία κι αν ακούγεται, είναι αρκετά διαδεδομένη στη Silicon Valley. Ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Sam Altman, είχε δηλώσει ήδη από το 2017 ότι «η συγχώνευση είναι πιθανότατα το καλύτερο σενάριο επιβίωσης» απέναντι σε μια υπερανθρώπινη τεχνητή νοημοσύνη. Ο δισεκατομμυριούχος Peter Thiel είναι επίσης ένθερμος υποστηρικτής του «μετανθρωπισμού».
Υπάρχουν βέβαια σοβαροί λόγοι για σκεπτικισμό απέναντι σε μια τόσο άμεση «εξέλιξη» του ανθρώπινου είδους. Η τεχνολογία που θα επέτρεπε μια τέτοια συγχώνευση —και θα άλλαζε ριζικά την έννοια του ανθρώπου— βρίσκεται ακόμη σε εξαιρετικά πρώιμο στάδιο. Ακόμη κι αν αφήσει κανείς στην άκρη το αβέβαιο μέλλον της AI, τα εμφυτεύσιμα interfaces εγκεφάλου-υπολογιστή (BCI) παραμένουν ακόμη πειραματικά.
Κι όμως, τεράστια ποσά επενδύονται ήδη στον τομέα. Η αγορά των BCI, που σήμερα αποτιμάται περίπου στα 350 εκατ. δολάρια, εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 1,2 δισ. έως το 2035, σύμφωνα με τη Future Market Insights. Και αυτό δεν περιλαμβάνει εταιρείες όπως η Vicarious, που ίδρυσε ο Phoenix και εξαγοράστηκε από την Alphabet το 2022, έχοντας χρηματοδοτηθεί με 250 εκατ. δολάρια από επενδυτές όπως ο Elon Musk και ο Mark Zuckerberg.
Με τόσα χρήματα και με το ίδιο το μέλλον της ανθρωπότητας να βρίσκεται στο επίκεντρο, δεν προκαλεί έκπληξη ότι ξεκινά ήδη μια πολιτική μάχη γύρω από τα «δεδομένα του εγκεφάλου» μας.
Μέχρι στιγμής, οι βασικές εφαρμογές των εμφυτεύσιμων συσκευών είναι ιατρικές. Ο Noland Arbaugh, ο πρώτος άνθρωπος που έλαβε εμφύτευμα από τη Neuralink του Μασκ, είναι παράλυτος από τον λαιμό και κάτω, αλλά πλέον μπορεί να χειρίζεται υπολογιστή μόνο με τη σκέψη του.
Υπάρχουν επίσης λιγότερο επεμβατικές μορφές νευροτεχνολογίας, όπως έξυπνα γυαλιά, βραχιόλια fitness ή εφαρμογές καταγραφής στρες. Τα προϊόντα αυτά είναι εξαιρετικά κερδοφόρα όχι μόνο επειδή πωλούνται μαζικά, αλλά και επειδή συλλέγουν κάτι ακόμη πιο πολύτιμο: νευρωνικά δεδομένα.
Η κατοχή τεράστιων ποσοτήτων τέτοιων δεδομένων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για στοχευμένη διαφήμιση, παρακολούθηση ή ακόμη και χειραγώγηση της συμπεριφοράς των καταναλωτών.
«Αν τα δεδομένα είναι το πετρέλαιο του 21ου αιώνα», έγραψε η πρώην γενική διευθύντρια της UNESCO Audrey Azoulay, «τότε τα δεδομένα του εγκεφάλου είναι το αργό πετρέλαιο. Πρέπει να τα προστατεύσουμε ακόμη περισσότερο».
Η αντίσταση απέναντι στη συλλογή νευρωνικών δεδομένων από ιδιωτικές εταιρείες μεγαλώνει ήδη στις ΗΠΑ, με πολιτείες τόσο των Δημοκρατικών όσο και των Ρεπουμπλικανών να προωθούν νομοθεσίες για την προστασία της ιδιωτικότητας των εγκεφαλικών δεδομένων.
Οι υποστηρικτές των λεγόμενων «νευροδικαιωμάτων» εκφράζουν έντονη ανησυχία για την ιδέα ότι άνθρωποι και AI πρέπει να συγχωνευθούν για να επιβιώσει το είδος μας, αλλά και για το ενδεχόμενο οι τεχνολογικές εταιρείες να χρησιμοποιήσουν τα δεδομένα αυτά για εμπορικούς σκοπούς.
«Τα δεδομένα σκέψης είναι τα πιο προσωπικά και ιδιωτικά δεδομένα που υπάρχουν», προειδοποιεί η Susan Schneider από το Center for the Future of AI, Mind and Society. «Αν καταχρηστικές πλατφόρμες αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτά και τα χρησιμοποιήσουν για να επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας χωρίς να το γνωρίζουμε, τότε θα έχουμε καταστρέψει την ίδια την προοπτική που υποτίθεται ότι θα ωφελούσε την ανθρωπότητα».
Πηγή: Politico



