Καθώς οι ΗΠΑ και το Ιράν διαπραγματεύονται τον μόνιμο επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και την πλήρη αποκατάσταση της ροής πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, η επόμενη κίνηση της αγοράς ενδέχεται να εξαρτηθεί από μια χώρα που δεν συμμετέχει στις συνομιλίες: την Κίνα.
Ως ο δεύτερος μεγαλύτερος καταναλωτής αργού πετρελαίου στον κόσμο, η Κίνα έχει ενεργοποιήσει κάθε διαθέσιμο μέσο προκειμένου να διασφαλίσει τον ενεργειακό της εφοδιασμό, την ώρα που ο πόλεμος με το Ιράν περιόρισε την πρόσβαση σε περισσότερα από 11 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως. Μέσω της μείωσης των εισαγωγών, της αξιοποίησης τεράστιων στρατηγικών αποθεμάτων και της αυξημένης χρήσης καθαρών μορφών ενέργειας, το Πεκίνο κατάφερε να περιορίσει τις επιπτώσεις των υψηλότερων τιμών στο εσωτερικό της χώρας, έστω κι αν δεν τις εξάλειψε πλήρως.
Οι κινήσεις αυτές είχαν αντίκτυπο και στις διεθνείς αγορές.
Μετά από περισσότερους από τρεις μήνες πολέμου, αρκετοί αναλυτές προέβλεπαν ότι οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να εκτοξευθούν ακόμη και στα 200 δολάρια ανά βαρέλι μέσα στο 2026. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι οι συνολικές απώλειες προσφοράς εκτιμάται ότι έχουν ξεπεράσει το 1 δισεκατομμύριο βαρέλια, οι τιμές του αργού παρέμειναν συγκρατημένες. Πολλοί αναλυτές αποδίδουν αυτή την εξέλιξη κυρίως στην Κίνα.
«Η Κίνα διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην απορρόφηση των κραδασμών για το υπόλοιπο της Ασίας και κατ’ επέκταση για την παγκόσμια οικονομία», δήλωσε ο Ντάαν Βάλτερ, ανώτερο στέλεχος του ενεργειακού think tank Ember.
Τη Δευτέρα, το Brent, το διεθνές σημείο αναφοράς για το πετρέλαιο, υποχώρησε κάτω από τα 78 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι αγορές προεξοφλούσαν την επανέναρξη της κανονικής ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Πριν από τις επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, το Brent διαπραγματευόταν κάτω από τα 70 δολάρια το βαρέλι, ενώ στις αρχές Μαΐου είχε φτάσει στο υψηλό τετραετίας των 114 δολαρίων.
Καθώς η επιρροή της Κίνας στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές ενισχύεται, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η πολιτική και τα πρότυπα κατανάλωσης της χώρας θα αποτελέσουν καθοριστικό παράγοντα για την πορεία της αγοράς, ανεξάρτητα από το πόσο γρήγορα θα επαναλειτουργήσουν πλήρως τα Στενά του Ορμούζ.
Το «αόρατο χέρι» της Κίνας
Σε ανάλυσή της νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η Societe Generale υπενθύμισε ότι το αραβικό εμπάργκο πετρελαίου του 1973, το οποίο περιόρισε την παγκόσμια προσφορά κατά περίπου 7%, προκάλεσε άνοδο 134% στις τιμές του πετρελαίου.
Αντίθετα, κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν, οι τιμές δεν εκτινάχθηκαν στον ίδιο βαθμό, παρότι η σύγκρουση επηρέασε περίπου το 14% της παγκόσμιας προσφοράς.
Οι αναλυτές της γαλλικής τράπεζας αποδίδουν αυτή τη διαφοροποίηση κυρίως στην Κίνα, την οποία χαρακτηρίζουν ως «το αόρατο χέρι που επαναφέρει την ισορροπία στην αγορά», χάρη στην ικανότητά της να μειώνει τις εισαγωγές πετρελαίου κατά περίπου 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως – ποσότητα σχεδόν ίση με τη συνολική ζήτηση της Ιαπωνίας.
Η Κίνα κατάφερε να περιορίσει αισθητά την κατανάλωσή της για μια σειρά από λόγους. Πριν από την έναρξη του πολέμου, είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί πρόσθετα αποθέματα αργού πετρελαίου, εκμεταλλευόμενη τις φθηνές προμήθειες ρωσικού και ιρανικού πετρελαίου που τελούσαν υπό καθεστώς κυρώσεων, εξηγεί ο Γιανίβ Σαχ, αντιπρόεδρος αγορών πετρελαίου της Rystad Energy.
Σήμερα, σύμφωνα με αναλυτές, η χώρα διαθέτει περισσότερα από 1 δισεκατομμύριο βαρέλια πετρελαίου σε εμπορικά και στρατηγικά αποθέματα, τα οποία άρχισε να αξιοποιεί ήδη από τον Μάιο.
«Η Κίνα λειτουργούσε ως μηχανισμός στήριξης των τιμών. Φέτος, όμως, η εικόνα έχει αντιστραφεί», σημειώνει ο Σαχ.
Παράλληλα, η κινεζική κυβέρνηση περιόρισε τις εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων, όπως ντίζελ και βενζίνη, προκειμένου να διασφαλίσει την επάρκεια στην εγχώρια αγορά. Η εξέλιξη αυτή μείωσε τα κίνητρα των κινεζικών διυλιστηρίων να αγοράζουν επιπλέον αργό πετρέλαιο από τη διεθνή αγορά, καθώς βρίσκονται αντιμέτωπα με χαμηλότερα περιθώρια κέρδους και περιορισμένη πρόσβαση σε αγορές του εξωτερικού.
Την ίδια στιγμή, η αλματώδης ανάπτυξη των ηλεκτρικών οχημάτων έχει μειώσει σημαντικά την ανάγκη της χώρας για ορυκτά καύσιμα. Σήμερα, περίπου ένα στα δύο νέα επιβατικά αυτοκίνητα που πωλούνται στην Κίνα ανήκει στην κατηγορία των οχημάτων νέας ενέργειας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), ο στόλος ηλεκτρικών οχημάτων της Κίνας μείωσε την κατανάλωση πετρελαίου κατά περίπου 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως μόνο το προηγούμενο έτος.
«Αυτό λειτούργησε ως εξαιρετική βαλβίδα αποσυμπίεσης για την παγκόσμια αγορά αργού πετρελαίου», σχολιάζει ο Ντέιβιντ Φίσμαν από τον όμιλο Lantau Group.
Ωστόσο, αν και οι υψηλές τιμές αναμένεται να συνεχίσουν να περιορίζουν τη ζήτηση τόσο από καταναλωτές όσο και από διυλιστήρια, η δυνατότητα της Κίνας να απορροφά παγκόσμιους ενεργειακούς κραδασμούς εξαρτάται από το μέγεθος των αποθεμάτων που μπορεί να διατηρεί.
«Το μόνο που δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρον είναι η άντληση από τα αποθέματα αργού πετρελαίου», επισημαίνει ο Φίσμαν. «Αν οι τιμές υποχωρήσουν, το πρώτο πράγμα που θα περιμέναμε να κάνει η Κίνα είναι να αρχίσει ξανά να γεμίζει τις δεξαμενές της».
Από την έλλειψη στην υπερπροσφορά;
Ύστερα από μήνες ανησυχίας για τις επιπτώσεις της μεγαλύτερης πετρελαϊκής κρίσης στην ιστορία, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιεί πλέον ότι η πλήρης επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπερπροσφορά πετρελαίου το επόμενο έτος.
Στη μηνιαία έκθεσή του, που δημοσιοποιήθηκε την Τετάρτη, ο οργανισμός προβλέπει ότι η αύξηση της παραγωγής θα ξεπεράσει τη ζήτηση κατά 4,7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, καθώς η παραγωγή στη Μέση Ανατολή επιστρέφει στα φυσιολογικά επίπεδα.
«Αυτό ενδέχεται να προσφέρει σημαντική ανάσα στις αγορές και ταυτόχρονα μια ευκαιρία αναπλήρωσης των μειωμένων αποθεμάτων ή δημιουργίας νέων στρατηγικών αποθεμάτων, καθώς οι χώρες επαναξιολογούν τις ενεργειακές στρατηγικές τους μετά την κρίση», αναφέρει ο οργανισμός.
Παρότι η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου εκτιμάται ότι θα αυξηθεί το επόμενο έτος, η πρόσφατη αστάθεια έχει ενισχύσει ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, γεγονός που μακροπρόθεσμα θα μπορούσε να περιορίσει τη ζήτηση αργού πετρελαίου.
Η Κίνα, η οποία κυριαρχεί παγκοσμίως στα ηλεκτρικά οχήματα, τις μπαταρίες και τα φωτοβολταϊκά, κατέγραψε τον Μάρτιο ιστορικό ρεκόρ εξαγωγών τεχνολογιών καθαρής ενέργειας, αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.
«Η μετάβαση προς τον εξηλεκτρισμό επιταχύνεται», σημειώνει ο αναλυτής της Trivium China, Κόζιμο Ρις. «Θα πρέπει να δούμε πώς θα εξελιχθούν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, αλλά συνολικά αυτή θα μπορούσε να αποδειχθεί μια εξαιρετική συγκυρία για την παγκόσμια απανθρακοποίηση».
Η Μούγιου Σου, ανώτερη αναλύτρια της Kpler, εκτιμά ότι η υπερπροσφορά θα μπορούσε να εμφανιστεί ακόμη και από τον επόμενο μήνα. Εφόσον τα Στενά του Ορμούζ ανοίξουν γρήγορα, περίπου 100 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου που σήμερα παραμένουν εκτός αγοράς θα μπορούσαν να επιστρέψουν άμεσα στη διεθνή προσφορά.
Παράλληλα, το Ιράν αναμένεται να αυξήσει επιθετικά την παραγωγή του, ιδιαίτερα εάν αρθούν οι αμερικανικές κυρώσεις. Ωστόσο, αυτό ενδέχεται να καταστήσει το ιρανικό πετρέλαιο λιγότερο ελκυστικό για την Κίνα, η οποία μέχρι σήμερα το αγοράζει σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές λόγω των περιορισμένων επιλογών εξαγωγής που έχει η Τεχεράνη υπό καθεστώς κυρώσεων.
Η ίδια επισημαίνει, πάντως, ότι πολλές χώρες έχουν ήδη καλύψει τις θερινές τους ανάγκες σε αργό πετρέλαιο, γεγονός που μπορεί να επαναφέρει την Κίνα στον ρόλο του βασικού παράγοντα εξισορρόπησης της αγοράς.
«Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική σε σχέση με πριν από δύο μήνες», καταλήγει η Σου. «Αυτή τη στιγμή, η χώρα που έχει τη δυνατότητα να απορροφήσει την υπερπροσφορά είναι η Κίνα. Το ερώτημα όμως είναι ένα: Τι ακριβώς θέλει να αγοράσει η Κίνα;».
Πηγή: CNN

