Ο πόλεμος με το Ιράν έφερε στην επιφάνεια μια βαθιά εσωτερική σύγκρουση που σιγόβραζε εδώ και χρόνια στον OPEC, τον ισχυρότερο οργανισμό πετρελαιοπαραγωγών χωρών στον κόσμο. Η κρίση κορυφώθηκε την άνοιξη, όταν η αγορά βρέθηκε αντιμέτωπη με το μεγαλύτερο σοκ στην παγκόσμια προσφορά πετρελαίου που έχει καταγραφεί.
Σήμερα, ο OPEC βρίσκεται αντιμέτωπος με μια υπαρξιακή δοκιμασία. Καθώς τα Στενά του Ορμούζ ανοίγουν ξανά σταδιακά, αρκετές πετρελαιοπαραγωγές χώρες πιέζουν για μεγάλη αύξηση της παραγωγής, ώστε να ανακτήσουν τις χαμένες εξαγωγές και τα έσοδα των τελευταίων μηνών. Η εξέλιξη αυτή αναζωπυρώνει τις παλιές διαμάχες γύρω από τις ποσοστώσεις παραγωγής, οι οποίες είχαν ήδη οδηγήσει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα –ένα από τα σημαντικότερα μέλη του οργανισμού– στην αποχώρησή τους από τον OPEC τον περασμένο Απρίλιο.
Ο οργανισμός καλείται πλέον να επιλέξει ανάμεσα σε δύο δύσκολες επιλογές: είτε να διατηρήσει ενωμένο το καρτέλ, αυξάνοντας σημαντικά την παραγωγή με κίνδυνο κατάρρευσης των τιμών του πετρελαίου, είτε να προστατεύσει τα κέρδη διατηρώντας περιορισμούς στην παραγωγή, ρισκάροντας όμως τη διάσπαση ενός οργανισμού που λειτουργεί εδώ και σχεδόν 70 χρόνια.
Η νέα διαμάχη για τις ποσοστώσεις
Την περίοδο που ο υπόλοιπος κόσμος αναζητούσε απεγνωσμένα πετρέλαιο, οι χώρες του Περσικού Κόλπου διέθεταν μεγάλες ποσότητες αργού, χωρίς όμως να μπορούν να τις εξάγουν.
Η αιτία ήταν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν και ο μεταγενέστερος αποκλεισμός τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που «παγίδευσε» περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.
Χώρες όπως το Ιράν, το Ιράκ και το Κουβέιτ αναγκάστηκαν να περιορίσουν δραστικά την παραγωγή τους, καθώς δεν υπήρχε τρόπος να διοχετεύσουν το πετρέλαιο στις διεθνείς αγορές.
Με την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας, ξεκίνησε μια νέα διαμάχη για τις ποσοστώσεις παραγωγής.
Το Ιράκ, ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός του OPEC, αφήνει πλέον ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο αποχώρησης από τον οργανισμό, αν δεν αυξηθούν σημαντικά τα επιτρεπόμενα όρια παραγωγής.
Σύμφωνα με το Bloomberg, ο υπουργός Πετρελαίου της χώρας δήλωσε ότι η Βαγδάτη θα αποφασίσει αν θα παραμείνει στον OPEC, εφόσον δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματά της.
Το Ιράκ ήταν η χώρα που επλήγη περισσότερο από τον πόλεμο. Η παραγωγή του μειώθηκε κατά 75%, πέφτοντας λίγο πάνω από το 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως τον Απρίλιο και τον Μάιο, από περισσότερα από 4,5 εκατομμύρια βαρέλια στις αρχές του έτους.
Η κυβέρνηση επιδιώκει πλέον να αυξήσει άμεσα την παραγωγή στα 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως και μακροπρόθεσμα στα 7 εκατομμύρια.
«Το κίνητρο είναι προφανές: χρειάζονται επειγόντως χρήματα», σχολιάζει ο διευθύνων σύμβουλος της Infrastructure Capital Advisors, Τζέι Χάτφιλντ.
Ο καθοριστικός ρόλος της Σαουδικής Αραβίας
Το μέλλον του οργανισμού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη στάση της Σαουδικής Αραβίας, του ισχυρότερου μέλους του OPEC.
Σε αντίθεση με το Ιράκ και το Κουβέιτ, οι Σαουδάραβες κατάφεραν να περιορίσουν τις απώλειές τους, αξιοποιώντας αγωγούς που μεταφέρουν το πετρέλαιο προς το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ.
Έτσι, η παραγωγή τους μειώθηκε κατά λιγότερο από 40%, όταν άλλες χώρες του Κόλπου υπέστησαν πολύ μεγαλύτερες απώλειες.
Για τον λόγο αυτό, το Ριάντ δεν έχει την ίδια πίεση να αυξήσει άμεσα την παραγωγή.
Αντίθετα, μια μαζική αύξηση της προσφοράς πριν ανακάμψει η παγκόσμια ζήτηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάρρευση των τιμών, σε μια περίοδο που οι οικονομίες της Μέσης Ανατολής εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές απώλειες.
«Σε αυτές τις συνθήκες θα ήταν μάλλον αντιπαραγωγικό να πλημμυρίσει η αγορά με πετρέλαιο και να πιεστούν περαιτέρω οι τιμές», σημειώνει ο ιδρυτής της Pickering Energy Partners, Νταν Πίκερινγκ.
Για τον λόγο αυτό, ο OPEC έχει ξεκαθαρίσει ότι θα προχωρήσει με ιδιαίτερη προσοχή στις αυξήσεις της παραγωγής.
Μάλιστα, το περασμένο Σαββατοκύριακο ο OPEC+, στον οποίο συμμετέχει και η Ρωσία, συμφώνησε σε αύξηση μόλις 188.000 βαρελιών ημερησίως, την πέμπτη διαδοχική μικρή αύξηση από τον Μάρτιο.
Κίνδυνος υπερπροσφοράς και κατάρρευσης των τιμών
Ακόμη κι αν ο OPEC αποφασίσει να ανοίξει πλήρως τις «στρόφιγγες», υπάρχει σοβαρός κίνδυνος το επιπλέον πετρέλαιο να μην βρει αγοραστές.
Η παγκόσμια ζήτηση μειώθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια του πολέμου, εξαιτίας των υψηλών τιμών και των προβλημάτων στην τροφοδοσία, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει επιστρέψει στα προπολεμικά επίπεδα.
Η κατάσταση είναι ακόμη πιο έντονη στην Κίνα και την Ευρώπη, όπου η στροφή προς την ηλεκτροκίνηση επιταχύνθηκε τους τελευταίους μήνες.
Η επικεφαλής στρατηγικής εμπορευμάτων της JPMorgan, Νατάσα Κανέβα, προειδοποιεί ότι η αγορά κινδυνεύει να περάσει προσωρινά σε κατάσταση υπερπροσφοράς, καθώς μεγάλες ποσότητες πετρελαίου επιστρέφουν σε μια αγορά που έχει ήδη μάθει να λειτουργεί με μικρότερες διαθέσιμες ποσότητες.
Βέβαια, υπάρχει και ένας αντίλογος. Τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, μειώθηκαν κατά περίπου 1,4 δισεκατομμύρια βαρέλια από την έναρξη του πολέμου και αργά ή γρήγορα θα πρέπει να αναπληρωθούν.
Ωστόσο, οι αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή η διαδικασία δύσκολα θα ξεκινήσει μέσα στο 2026 και πιθανότατα θα μετατεθεί για το 2027.
Αν, εν τω μεταξύ, αυξηθεί απότομα η παραγωγή του OPEC, θα προστεθούν στην αγορά περίπου 90 εκατομμύρια βαρέλια που αρχίζουν ήδη να εξέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ.
Εφόσον η ζήτηση παραμείνει υποτονική, οι τιμές θα μπορούσαν να υποχωρήσουν ακόμη και στα 60 δολάρια το βαρέλι το 2027 και ενδεχομένως στα 50 δολάρια το 2028, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Capital Economics.
Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν θετική για τους καταναλωτές, αλλά ιδιαίτερα επώδυνη για πολλές πετρελαιοπαραγωγές χώρες.
Μπορεί να διαλυθεί ο OPEC;
Παρά τις εσωτερικές εντάσεις, ο OPEC έχει ισχυρό κίνητρο να παραμείνει ενωμένος, καθώς μόνο μέσω της συνεργασίας μπορεί να διατηρήσει την επιρροή του σε μια αγορά που αλλάζει ραγδαία και να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες έχουν εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαίου παγκοσμίως.
Ωστόσο, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η συνοχή του οργανισμού δοκιμάζεται περισσότερο από ποτέ.
Αν οι πιέσεις από το Ιράκ και άλλες χώρες συνεχιστούν, η Σαουδική Αραβία ίσως επιλέξει μια επιθετική στρατηγική: να αυξήσει θεαματικά την παραγωγή, οδηγώντας τις τιμές ακόμη και στην περιοχή των 40 δολαρίων το βαρέλι.
Ένα τόσο χαμηλό επίπεδο τιμών θα μπορούσε να αντέξει ουσιαστικά μόνο η Σαουδική Αραβία, χάρη στα τεράστια οικονομικά της αποθέματα, ασκώντας έτσι πίεση στους υπόλοιπους παραγωγούς.
Όπως σχολιάζει ο στρατηγικός αναλυτής της Macquarie Group, Βίκας Ντουιβέντι, ο πρίγκιπας διάδοχος της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, θα μπορούσε να στείλει το μήνυμα ότι «αν με πιέσετε υπερβολικά, θα αυξήσω κι εγώ την παραγωγή και τότε θα δούμε ποιος αντέχει περισσότερο στις χαμηλές τιμές».
Αν και δεν θεωρεί αυτό το σενάριο το πιθανότερο, παραδέχεται ότι δεν μπορεί πλέον να αποκλειστεί.
«Θα ήταν μια ιστορική ειρωνεία», καταλήγει, «να περάσουμε από το μεγαλύτερο σοκ προσφοράς στην ιστορία στη μεγαλύτερη υπερπροσφορά πετρελαίου που έχει γνωρίσει ποτέ η αγορά».
Πηγή: CNN

