Ο φασισμός και η χρήση του στην πολιτική επικοινωνία

44 mins read

Ο Πολακισμός είναι φασισμός» δήλωσε προ ημερών στη Βουλή ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκος Μητσοτάκης καταθέτοντας πρόταση μομφής εναντίον του αναπληρωτή υπουργού Υγείας, με αφορμή την αήθη επίθεση του τελευταίου προς τον υποψήφιο ευρωβουλευτή της ΝΔ, Στέλιο Κυμπουρόπουλο.

Τον περασμένο Μάρτιο πληθώρα κυβερνητικών στελεχών είχαν σπεύσει να χαρακτηρίσουν «φασίστες» όλους τους πολίτες που τους αποδοκίμαζαν αναφορικά με τη συμφωνία των Πρεσπών. Όσοι γιουχάισαν –τόσο τον Νίκο Παπά στη Βέροια, όσο και τον Σταύρο Κοντονή στα Γιαννιτσά ή τον Γιώργο Βαρεμένο στη Μελβούρνη— ήταν όλοι «φασίστες», «χιτλερικοί» ή «περιθωριακοί».

Ο Όργουελ για τον φασισμό

Ήδη το 1944 ο Τζόρτζ Όργουελ παραπονιόταν ότι η λέξη «φασισμός» χρησιμοποιείται τόσο συχνά και από τόσο διαφορετικές –έως και αντίθετες μεταξύ τους– πλευρές, ώστε «έχει καταστεί πλέον κενή νοήματος». Συγκεκριμένα, σε ένα από τα άρθρα του για την «Tribune» ο κορυφαίος συγγραφέας παρατηρούσε πως οι χαρακτηρισμοί «φασίστας» ή «με φασιστικές τάσεις» ή «φιλοφασιστικός» έχουν αποδοθεί στις εξής ομάδες:

– στους Συντηρητικούς

– σε οργανώσεις πατριωτικού και παραδοσιακού τύπου (π.χ. το Σώμα Προσκόπων, η Μητροπολιτική Αστυνομία, η Μ.Ι.5, η Βασιλική Βρετανική Λεγεώνα)

– στους Σοσιαλιστές («μερικοί Καθολικοί δημοσιογράφοι υποστηρίζουν ότι οι Σοσιαλιστές υπήρξαν οι βασικοί συνεργάτες των Ναζί στις χώρες οι οποίες βρέθηκαν υπό ναζιστική κατοχή»)

– στους Κομμουνιστές («μια αξιοσημείωτη σχολή σκέψης –Rauschning, Peter Drucker, James Burnham, F. A. Voigt– αρνείται να αναγνωρίσει διαφορά ανάμεσα στα ναζιστικά και τα σοβιετικά καθεστώτα και υποστηρίζει ότι όλοι οι Φασίστες και οι Κομμουνιστές έχουν ακριβώς τον ίδιον στόχο και είναι ως έναν βαθμό οι ίδιοι άνθρωποι»)

– στους Τροτσκιστές («οι Κομμουνιστές κατηγορούν τους βέρους Τροτσκιστές δηλ. την οργάνωση του ίδιου του Τρότσκι, ότι είναι μια κρυπτο-φασιστική οργάνωση που βρίσκεται στο μισθολόγιο των Ναζί.  Στις πολύ δεξιές φάσεις τους, οι Κομμουνιστές τείνουν να εφαρμόζουν την ίδια κατηγορία σε όλες τις φατρίες που βρίσκονται στα αριστερά τους»)

– στους Καθολικούς («έξω από τις τάξεις της, η Καθολική Εκκλησία θεωρείται σχεδόν παγκοσμίως ως προ-Φασιστική, τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά»)

– στους πασιφιστές και σε άλλους που τάσσονται κατά του πολέμου (επειδή «όχι μόνον διευκολύνουν την κατάσταση υπέρ του Άξονα αλλά χρωματίζονται και από φιλοφασιστικά συναισθήματα»)

– στους υποστηρικτές του πολέμου

– στους Εθνικιστές («ο εθνικισμός θεωρείται παγκοσμίως ως εγγενώς φασιστικός, αλλά αυτό συνήθως απευθύνεται ως κατηγορία σε εκείνα τα εθνικά κινήματα τα οποία ο ομιλητής τυγχάνει να αποδοκιμάζει. Έτσι, ο αραβικός εθνικισμός, ο πολωνικός εθνικισμός, ο φινλανδικός εθνικισμός, το κόμμα του Κογκρέσου στην Ινδία, η Μουσουλμανική Λίγκα, ο Σιωνισμός, και ο I.R.A. περιγράφονται όλα ως φασιστικά αλλά όχι από τους ίδιους ανθρώπους»)

Πόσους φασίστες έχει τελικά η Ελλάδα;

Χρειάζεται προσοχή, λοιπόν, όταν σπεύδουμε να ανασύρουμε τη λέξη αυτή από το φραστικό οπλοστάσιό μας. Θα έλεγε κανείς πως είναι η λέξη που σταματάει κάθε συζήτηση. Ο υπέρτατα αρνητικός χαρακτηρισμός που επιστρατεύεται για την τελική αποστόμωση του αντιπάλου. Αλλά, επειδή η λέξη αυτή έχει  χρησιμοποιηθεί τόσο αλόγιστα,  ώστε κινδυνεύει να χάσει το νόημά της, θα ήταν φρόνιμο να το σκέφτεται δύο και τρεις φορές περισσότερο ο πρωθυπουργός μιας χώρας προτού σπεύσει να κατηγορήσει ως φασίστες εκείνους τους απλούς πολίτες που έχουν το θράσος να διαφωνούν με τις επιλογές του στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής –ακόμη κι αν δεν αντιλαμβάνονται την πολυπλοκότητα της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Η περίπτωση Πολάκη και ο Στέλιος Κυμπουρόπουλος

Σε τι διαφέρει η περίπτωση του κ. Πολάκη; Τι είναι αυτό που οδήγησε τον Κυριάκο Μητσοτάκη να τον εξισώσει με το “τέρας” για το οποίο μιλούσε ο Μάνος Χατζιδάκις; Μήπως ήταν κι αυτή μια εύκολη δικαιολογία για να στηριχθεί η πρόταση μομφής; Ένα ρητορικό πυροτέχνημα;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κ. Πολάκης έχει κάνει πολλά. Η αδιαντροπιά του θέτει νέα χαμηλά δεδομένα στην πολιτική ιστορία της χώρας. Αρκεί όμως η χυδαιότητα, ο κυνισμός, η αλαζονεία, ο διχαστικός λόγος ως κριτήρια για να αποκαλέσουμε κάποιον «φασίστα»; Νομίζω πως το σημαντικότερο κριτήριο αφορά την αντιδημοκρατικότητα της συμπεριφοράς του. Αν όσα λέει και κάνει, έχοντας μάλιστα μια θέση εξουσίας, βλάπτουν και απειλούν το δημοκρατικό ήθος μιας χώρας, την ουσία της διακυβέρνησής της.

Ένας από τους βασικούς πυλώνες της δημοκρατίας είναι η πεποίθηση ότι όλοι οι πολίτες, ανεξαρτήτως φύλου, θρησκεύματος, χρώματος, μορφωτικού επιπέδου ή εισοδήματος, δικαιούνται ίση αντιμετώπιση από το κράτος: ίσες ευκαιρίες όταν αναζητούν δουλειά, ίσες δυνατότητες να αποδείξουν την αξία τους, αμερόληπτη αντιμετώπιση από τους ανωτέρους τους κ.ο.κ.

Από αυτόν τον αγώνα δεν μπορούν φυσικά να εξαιρεθούν τα άτομα με αναπηρίες. Μια τέτοια εξαίρεση αυτομάτως θα καταργούσε την έννοια της δημοκρατίας. Η πεποίθηση δηλαδή ότι τα άτομα με ειδικές ανάγκες είναι πολίτες β’ κατηγορίας, «κατώτεροι» και άρα άξιοι περιθωριοποίησης δεν χωράει στη δημοκρατία.  Ούτε, αντιστρόφως, ότι η ζωή και οι θέσεις ανήκουν σε εμάς τους«υγιείς», που αγωνιστήκαμε σκληρά και τίποτε δεν μας χαρίστηκε, κανένας δεν μας επεφύλαξε ειδική μεταχείρηση.

Τι κι αν ο κύριος Κυμπουρόπουλος πληρούσε όλες τις προϋπόθέσεις για την πρόσληψή του. Τι κι αν οι σπουδές, τα προσόντα αλλά και οι διαδικασίες τις οποίες ακολούθησε ήταν καθόλα νόμιμες. Δεν έχει σημασία. Δεν του αξίζει η θέση. Δεν του αξίζει η πρόσληψη. Εξ ου ο θυμός του κ. Πολάκη.

«Ζωή ανάξια ζωής» (lebensunwertes Leben)

«Ζωή ανάξια ζωής» («lebensunwertes Leben»): έτσι πίστευαν οι Εθνικοσοσιαλιστές για τους ανάπηρους στη Γερμανία του Χίτλερ.  «Στη ναζιστική ιδεολογία, εκείνοι που εξαρτώνται από το κράτος  για την επιβίωσή τους δεν έχουν καμία αξία» γράφει ο Jason Stanley στο βιβλίο του «Πώς λειτουργεί ο φασισμός».  Και συνεχίζει: «Οι φασιστικές κυβερνήσεις έχουν επιδείξει μερικές από τις χειρότερες και πιο απάνθρωπες συμπεριφορές απέναντι στους αναπήρους. Στη ναζιστική Γερμανία του 1933, ο νόμος για την Αποτροπή Απογόνων με Κληρονομικές Ασθένειες επέβαλε  τη στείρωση των αναπήρων. Στη συνέχεια, ακολούθησε το απόρρητο πρόγραμμα  Τ4, στο οποίο οι ανάπηροι γερμανοί πολίτες εκτελούνταν σε θαλάμους αερίων και, τελικά, το 1939 δόθηκε εντολή στους γιατρούς να τους σκοτώνουν».

Έχουν περάσει φυσικά πολλές δεκαετίες από τότε. Κανένας δεν θα τολμούσε σήμερα να δώσει μια τέτοια εντολή.

Αν ήταν να τους εξοντώσει, θα κατέφευγε σε άλλες τακτικές, πιο εναρμονισμένες στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα: Σε τακτικές ηθικής εξόντωσης και δολοφονίας χαρακτήρα.

Facebook Comments