Η Αθήνα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης όσον αφορά την αγοραστική δύναμη των πολιτών, σύμφωνα με νέα μελέτη της TradingPedia που αξιολόγησε 37 ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με βάση τη σχέση εισοδήματος και κόστους ζωής.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ελληνική πρωτεύουσα καταλαμβάνει την τρίτη θέση μεταξύ των λιγότερο οικονομικά προσιτών πόλεων για έναν εργαζόμενο που ζει μόνος. Ο μέσος καθαρός μισθός υπολογίζεται στα 1.157 ευρώ τον μήνα, ενώ οι συνολικές μηνιαίες δαπάνες διαμορφώνονται στα 1.151 ευρώ. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται τα έξοδα στέγασης, διατροφής, μετακινήσεων, προσωπικής φροντίδας και ψυχαγωγίας.
Παρότι η στέγαση εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική επιβάρυνση, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που επηρεάζει την κατάταξη της Αθήνας. Το μέσο κόστος κατοικίας ανέρχεται στα 685 ευρώ μηνιαίως, ενώ οι δαπάνες για εστίαση και ψυχαγωγικές δραστηριότητες φτάνουν τα 249 ευρώ, επίπεδα που συγκαταλέγονται στα υψηλότερα της Νότιας Ευρώπης.
Σε σύγκριση με τα στοιχεία του περασμένου Οκτωβρίου, καταγράφεται βελτίωση στους μισθούς. Ο μέσος καθαρός μισθός αυξήθηκε από τα 1.017 ευρώ στα 1.157 ευρώ, σημειώνοντας άνοδο σχεδόν 13,7%, ενώ το συνολικό κόστος ζωής παρουσίασε οριακή αύξηση από τα 1.149 στα 1.151 ευρώ, δηλαδή περίπου 1,7%.
Παρά τη θετική αυτή εξέλιξη, η θέση της Αθήνας στην κατάταξη δεν άλλαξε σημαντικά. Χειρότερη εικόνα παρουσιάζουν μόνο η Λισαβόνα, όπου οι μηνιαίες δαπάνες αντιστοιχούν στο 127,4% του μέσου εισοδήματος, και τα Τίρανα με ποσοστό 112,2%.
Την πρώτη πεντάδα των πιο «απαιτητικών» οικονομικά πρωτευουσών συμπληρώνουν η Βαρσοβία, όπου τα έξοδα απορροφούν το 96,1% του εισοδήματος, και η Ρώμη με 93,5%.
Στον αντίποδα, οι πιο προσιτές πρωτεύουσες της Ευρώπης για έναν άγαμο εργαζόμενο είναι οι Βρυξέλλες, όπου οι δαπάνες αντιστοιχούν μόλις στο 49% των αποδοχών. Ενδεικτικό είναι ότι το μέσο κόστος ζωής φτάνει τα 1.444 ευρώ, ωστόσο οι μέσες απολαβές ανέρχονται στα 2.945 ευρώ.
Ακολουθούν η Κοπεγχάγη με 50,4%, η Βέρνη με 50,5%, το Λουξεμβούργο με 50,9% και η Στοκχόλμη με 55,8%.
Τι ισχύει για μια τετραμελή οικογένεια
Παρόμοια είναι η εικόνα και για τα νοικοκυριά με δύο παιδιά. Παρά το γεγονός ότι οι οικονομικοί δείκτες εμφανίζονται βελτιωμένοι σε σχέση με το φθινόπωρο του 2025, η Αθήνα εξακολουθεί να κατατάσσεται τρίτη από το τέλος στην ευρωπαϊκή λίστα.
Οι αναλυτές της TradingPedia επισημαίνουν ότι οι αποδοχές δεν αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό που αυξάνονται οι δαπάνες για κατοικία και τρόφιμα. Ως αποτέλεσμα, μια οικογένεια με δύο εργαζόμενους γονείς χρειάζεται να διαθέτει το 82,3% του συνολικού εισοδήματός της για να καλύψει τις βασικές ανάγκες της.
Οι πέντε πρωτεύουσες με τις μεγαλύτερες πιέσεις στα οικογενειακά εισοδήματα είναι οι ίδιες με εκείνες της κατάταξης των άγαμων εργαζομένων: Λισαβόνα, Τίρανα, Αθήνα, Βαρσοβία και Ρώμη.
Στην άλλη πλευρά της λίστας βρίσκεται η Βέρνη, όπου οι οικογενειακές δαπάνες αντιστοιχούν μόλις στο 33,8% των συνολικών απολαβών. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της έρευνας, σε ένα μέσο νοικοκυριό παραμένουν περίπου 8.500 ευρώ μηνιαίως διαθέσιμα για αποταμίευση ή άλλες δαπάνες.
Τη λίστα των πιο οικονομικά άνετων πρωτευουσών για οικογένειες συμπληρώνουν το Λουξεμβούργο με 38,8%, η Κοπεγχάγη με 43,7%, οι Βρυξέλλες με 45% και το Άμστερνταμ με 47,17%.
Στα θετικά για την ελληνική πρωτεύουσα καταγράφεται το γεγονός ότι δεν συγκαταλέγεται στις πέντε πόλεις με το μεγαλύτερο στεγαστικό βάρος ως ποσοστό του μέσου μισθού για ένα επιπλωμένο διαμέρισμα 45 τ.μ. Παράλληλα, η Αθήνα δεν περιλαμβάνεται ούτε στις πρωτεύουσες που κατέγραψαν τις μεγαλύτερες αυξήσεις στο κόστος ζωής κατά το τελευταίο διάστημα.

