Στις 17 Αυγούστου 1943 γεννιέται στη Νέα Υόρκη ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του και μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές στην ιστορία του κινηματογράφου.
Γιος δύο καλλιτεχνών, του ζωγράφου και γλύπτη Ρόμπερτ Ντε Νίρο και της ζωγράφου Βιρτζίνια Άντμιραλ, μεγάλωσε στο Μανχάταν και από μικρός ήρθε σε επαφή με την τέχνη.
Η πρώτη του γνωριμία με την υποκριτική ήρθε στα δέκα του χρόνια, όταν εμφανίστηκε σε σχολική παράσταση ως «Δειλό Λιοντάρι» στον «Μάγο του Οζ». Στην εφηβεία αποφάσισε να ακολουθήσει πιο σοβαρά την υποκριτική και σπούδασε κοντά σε σημαντικούς δασκάλους, μεταξύ των οποίων η Stella Adler και ο Lee Strasberg. Στο Actors Studio εκπαιδεύτηκε στη «Μέθοδο» (Method Acting), μια προσέγγιση που αναζητά την αληθινή και βαθιά σύνδεση του ηθοποιού με τον ρόλο.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 άρχισε να γίνεται γνωστός, με σημαντικό σταθμό την ταινία «Mean Streets» του 1973. Ήταν η πρώτη μεγάλη συνεργασία του με τον Μάρτιν Σκορσέζε, έναν σκηνοθέτη με τον οποίο θα συνδεόταν στενά τα επόμενα χρόνια. Η σχέση τους εξελίχθηκε σε μία από τις πιο γνωστές συνεργασίες στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.
Το 1974 ήρθε ο ρόλος που τον καθιέρωσε οριστικά. Στον «Νονό II» του Φράνσις Φορντ Κόπολα υποδύθηκε τον νεαρό Βίτο Κορλεόνε, τον χαρακτήρα που είχε ερμηνεύσει ο Μάρλον Μπράντο στην πρώτη ταινία. Ο Ντε Νίρο έμαθε ακόμη και να μιλά σικελικά για τις ανάγκες του ρόλου και η ερμηνεία του τού χάρισε το Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου. Έγινε έτσι ο πρώτος ηθοποιός που κέρδισε Όσκαρ για την ερμηνεία ενός χαρακτήρα που είχε ήδη βραβευτεί με Όσκαρ από άλλον ηθοποιό.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1976, συνεργάστηκε ξανά με τον Σκορσέζε στο «Taxi Driver». Ο ρόλος του Τράβις Μπικλ, ενός μοναχικού βετεράνου του Βιετνάμ που εργάζεται ως ταξιτζής στους νυχτερινούς δρόμους της Νέας Υόρκης, έμεινε στην ιστορία. Η ταινία κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες και ο Ντε Νίρο απέσπασε την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου.
Η δεύτερη συνεργασία του με τον Σκορσέζε που του χάρισε Όσκαρ ήρθε το 1980 με το «Raging Bull». Ο Ντε Νίρο υποδύθηκε τον πυγμάχο Τζέικ ΛαΜότα και για να αποδώσει τον χαρακτήρα ακολούθησε μια εντυπωσιακή σωματική μεταμόρφωση. Η ερμηνεία του θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις κορυφαίες στην καριέρα του και του χάρισε το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου.
Στη συνέχεια, ο Ντε Νίρο απέδειξε ότι μπορούσε να κινηθεί με την ίδια άνεση σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη. Έπαιξε σε ταινίες όπως «The Untouchables», «Goodfellas», «Cape Fear», «Casino» και «Heat», ενώ παράλληλα αποκάλυψε ένα διαφορετικό, ιδιαίτερα αποτελεσματικό κωμικό πρόσωπο σε ταινίες όπως «Midnight Run», «Analyze This» και «Meet the Parents».
Η συνεργασία του με τον Σκορσέζε συνεχίστηκε για δεκαετίες. Οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά κινηματογραφικά στον «Irishman» το 2019, ενώ το 2023 ο Ντε Νίρο πρωταγωνίστησε στο «Killers of the Flower Moon», στην οποία συνεργάστηκε για δέκατη φορά με τον σκηνοθέτη. Για την ερμηνεία του στην ταινία ήταν υποψήφιος για Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου το 2024.
Με δύο Όσκαρ, πλήθος σημαντικών ερμηνειών και περισσότερες από πέντε δεκαετίες παρουσίας στη μεγάλη οθόνη, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο παραμένει ένας από τους ηθοποιούς που ταυτίστηκαν όσο λίγοι με τη σύγχρονη ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.

