ΑρχικήΚόσμος«Τα πρόσωπα που δεν κινούνται»: Η εμμονή του Χόλιγουντ με τις αισθητικές...

«Τα πρόσωπα που δεν κινούνται»: Η εμμονή του Χόλιγουντ με τις αισθητικές επεμβάσεις καταστρέφει τις ταινίες

Πριν από μερικά χρόνια, ο δερματολόγος της Νέας Υόρκης, δρ Ντέιβιντ Α. Κόλμπερτ, δέχθηκε ένα απρόσμενο τηλεφώνημα από έναν σκηνοθέτη του Χόλιγουντ.

Ο σκηνοθέτης βρισκόταν στα γυρίσματα μιας ταινίας με πρωταγωνιστή έναν ιδιαίτερα γνωστό ηθοποιό, ο οποίος είχε υποβληθεί σε τόσο εκτεταμένες ενέσιμες αισθητικές παρεμβάσεις, ώστε το πρόσωπό του είχε χάσει σχεδόν κάθε κινητικότητα.

Σύμφωνα με τον Κόλμπερτ, ο σκηνοθέτης δεν έκρυψε την ενόχλησή του. Μάλιστα, επέπληξε τον γιατρό – του οποίου το πελατολόγιο περιλαμβάνει διάσημα ονόματα όπως η Σιένα Μίλερ, η Ναόμι Γουότς και η Ρόμπιν Ράιτ – θεωρώντας τον υπεύθυνο για την αδυναμία του πρωταγωνιστή να εκφράσει συναισθήματα μπροστά στην κάμερα.

«Ήταν κάπως αγενής», θυμάται ο Κόλμπερτ. «Μου είπε περίπου: “Μπορείς να σταματήσεις να κάνεις ό,τι κάνεις στο πρόσωπό του;”».

Το πρόβλημα ήταν ότι ο σκηνοθέτης είχε κάνει λάθος. Ο Κόλμπερτ δεν είχε χορηγήσει ποτέ ούτε Botox ούτε fillers στον συγκεκριμένο ηθοποιό.

«Τον καταλάβαινα, όμως», λέει ο γιατρός, χωρίς να αποκαλύπτει τα ονόματα των εμπλεκομένων. «Ήθελε οι ηθοποιοί του να μοιάζουν με πραγματικούς ανθρώπους».

Ήταν, ωστόσο, μια μάχη που δύσκολα θα μπορούσε να κερδηθεί.

Σήμερα, το πιο περιζήτητο «προϊόν» ανάμεσα στους σταρ δεν είναι κάποιο πολυτελές concealer των 280 δολαρίων ούτε μια ενυδατική κρέμα αξίας 1.000 δολαρίων. Είναι ένα εντελώς νέο πρόσωπο: χείλη με υπερβολικό όγκο, υπερβολικά τεντωμένο δέρμα και μέτωπα που παραμένουν ακίνητα.

Για το κοινό, αυτό μεταφράζεται σε μια ολοένα συχνότερη εμπειρία: να παρακολουθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες και στις πλατφόρμες streaming πρόσωπα που μοιάζουν εμφανώς «διορθωμένα» και, κατά συνέπεια, περιορισμένα εκφραστικά εξαιτίας ακριβών αισθητικών επεμβάσεων.

Όταν κυκλοφόρησε το πρώτο τρέιλερ της νέας ταινίας του Κρίστοφερ Νόλαν, «The Odyssey», οι σχολιαστές των social media έσπευσαν να επικρίνουν την εμφάνιση της Αν Χάθαγουεϊ. Παρότι η ηθοποιός έχει διαψεύσει επανειλημμένα τις φήμες περί αισθητικών επεμβάσεων, αρκετοί υποστήριξαν ότι το μέτωπό της δεν κινούνταν αρκετά.

Ορισμένοι μάλιστα σχολίασαν σκωπτικά ότι ήταν δύσκολο να πιστέψει κανείς πως η Πηνελόπη, η σύζυγος του Οδυσσέα, θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε τόσο αποτελεσματικό δερματολόγο στην αρχαία Ελλάδα.

Ανάλογες συζητήσεις προκάλεσε και η Αριάνα Γκράντε στον ρόλο της Γκλίντα στην κινηματογραφική μεταφορά του «Wicked». Η περιορισμένη εκφραστικότητα του προσώπου της οδήγησε αρθρογράφο του περιοδικού Dazed να θέσει ευθέως το ερώτημα: «Μήπως το Botox καταστρέφει τον κινηματογράφο;».

Το ίδιο συνέβη και με τη Μάργκοτ Ρόμπι, η οποία επιλέχθηκε για τον ρόλο της Κάθι στη νέα μεταφορά των «Ανεμοδαρμένων Υψών». Τα εξαιρετικά λεία χαρακτηριστικά της πυροδότησαν εικασίες περί αισθητικών επεμβάσεων, οι οποίες – σύμφωνα με τους επικριτές – ενδέχεται να περιορίζουν την ένταση και τη φυσικότητα των εκφράσεων που απαιτούν ορισμένες δραματικές σκηνές.

Φυσικά, μεγάλο μέρος αυτής της δημόσιας συζήτησης είναι κακόβουλο.

Συχνά αποπνέει μισογυνισμό, μεταθέτοντας στις γυναίκες την ευθύνη για τα μη ρεαλιστικά πρότυπα ομορφιάς που επικρατούν στη βιομηχανία του θεάματος. Παράλληλα, απομακρύνει τη συζήτηση από ένα ουσιαστικό ζήτημα: τον τρόπο με τον οποίο το Χόλιγουντ αντιμετωπίζει τη γήρανση.

Η Μίλι Μπόμπι Μπράουν, μόλις 22 ετών, έχει περιγράψει πώς τα σχόλια για τις εκφράσεις του προσώπου της κατά την περιοδεία προώθησης της ταινίας «The Electric State» την επηρέασαν ψυχολογικά.

Όπως αποκάλυψε, η κριτική που δέχθηκε την οδήγησε να απομονωθεί και να αισθάνεται «καταθλιπτική για τρεις ή τέσσερις ημέρες».

Τα επικριτικά σχόλια, ωστόσο, δεν περιορίζονται στις γυναίκες.

Ο Μπάρι Κίογκαν έχει δηλώσει ότι τα προσβλητικά σχόλια που δέχεται στο διαδίκτυο για την εμφάνισή του – με πολλούς να εικάζουν εάν έχει κάνει fillers – τον έχουν κάνει να απομακρύνεται τόσο από τη δημόσια ζωή όσο και από την υποκριτική.

Αντίστοιχα, η σχεδόν αμετάβλητη εμφάνιση του Ράιαν Γκόσλινγκ σε πρόσφατη εμφάνισή του στην εκπομπή του Τζίμι Φάλον προκάλεσε συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με αρκετούς χρήστες να κάνουν λόγο για μια αίσθηση «uncanny valley» – εκείνη την παράξενη εντύπωση που δημιουργείται όταν κάτι μοιάζει ανθρώπινο αλλά όχι απολύτως φυσικό.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και μια άλλη πλευρά στο ζήτημα.

Μερικές από τις σπουδαιότερες ερμηνείες στην ιστορία του κινηματογράφου και της τηλεόρασης γεννήθηκαν ακριβώς επειδή οι ηθοποιοί αφέθηκαν πλήρως στον ρόλο τους, χωρίς να φοβηθούν να φανούν ατημέλητοι, αστείοι ή ακόμη και αντισυμβατικά όμορφοι.

Από τη Λουσίλ Μπολ που καταβρόχθιζε σοκολάτες σε μία από τις πιο εμβληματικές σκηνές του «I Love Lucy» μέχρι τη Σαρλίζ Θερόν, η οποία μεταμορφώθηκε πλήρως για να υποδυθεί τη δολοφόνο Αϊλίν Γουόρνος στην ταινία «Monster», η μεγάλη υποκριτική απαιτεί ελευθερία κινήσεων και εκφράσεων.

Οι υπερβολικές ποσότητες fillers, οι ενέσεις Botox, οι επεμβάσεις στα χείλη ή το περίγραμμα της γνάθου δεν διευκολύνουν ακριβώς αυτού του είδους τις ερμηνείες.

«Έχει σχεδόν καθιερωθεί ως κανόνας ότι τα πρόσωπα δεν κινούνται όσο παλιά», παρατηρεί ο Κόλμπερτ.

Και αυτή η έλλειψη κινητικότητας, σύμφωνα με πολλούς επαγγελματίες του χώρου, δεν αποτελεί απλώς αισθητικό ζήτημα. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της υποκριτικής τέχνης.

Η ομορφιά ήταν πάντοτε βασικό προσόν για έναν σταρ. Όμως εξίσου σημαντική ήταν και η ικανότητα του προσώπου να μεταδίδει συναίσθημα.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν όλα αυτά τα fillers οδηγούν τελικά σε λιγότερο πειστικές ερμηνείες.

Από τη Μάρλεν Ντίτριχ μέχρι το Botox: Μια ιστορία που ξεκινά από τις απαρχές του Χόλιγουντ

Οι ηθοποιοί τροποποιούν την εμφάνισή τους σχεδόν από τότε που υπάρχει κινηματογράφος. Και, αντίστοιχα, το κοινό σχολιάζει αυτές τις παρεμβάσεις εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα.

Η Μάρσα Γκόρντον, ιστορικός του κινηματογράφου και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας, υπενθυμίζει ότι ήδη από το 1929 το περιοδικό Motion Picture δημοσίευε άρθρα που κατέκριναν τις αισθητικές επεμβάσεις των σταρ.

Σε ένα χαρακτηριστικό δημοσίευμα με τίτλο The Flesh and Blood Racket («Η μπίζνα της σάρκας και του αίματος»), το περιοδικό κατονόμαζε κυρίως άνδρες ηθοποιούς και διασημότητες που είχαν καταφύγει στο νυστέρι.

Ανάμεσά τους ήταν ο θρυλικός πυγμάχος Τζακ Ντέμπσεϊ, ο οποίος αποκατέστησε τη μύτη του, παραμορφωμένη από τα χρόνια στους αγώνες, προκειμένου να ακολουθήσει καριέρα στον κινηματογράφο.

Παρόμοια περίπτωση ήταν και ο Λούις Γουόλχαϊμ, γνωστός για τους ρόλους σκληρών και παραβατικών χαρακτήρων. Ο ηθοποιός επιθυμούσε να υποβληθεί σε ρινοπλαστική ώστε να διευρύνει τις επαγγελματικές του δυνατότητες και να διεκδικήσει πιο πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ωστόσο, τα στελέχη της United Artists φέρονται να παρενέβησαν νομικά, εμποδίζοντάς τον να αλλάξει την εμφάνισή του.

«Τα κοντινά πλάνα ήταν απολύτως καθοριστικά για τον κινηματογράφο εκείνης της εποχής», εξηγεί η Γκόρντον.

«Σκεφτείτε το πρόσωπο της Μάρλεν Ντίτριχ, της Γκρέτα Γκάρμπο ή της Κλάρα Μπόου να γεμίζει ολόκληρη τη μεγάλη οθόνη. Δεν επρόκειτο μόνο για τη μετάδοση συναισθημάτων. Ήταν η ευκαιρία του κοινού να καθίσει στη σκοτεινή αίθουσα και να θαυμάσει ένα πανέμορφο πρόσωπο».

Ούτε όμως οι γυναίκες-σύμβολα του παλιού Χόλιγουντ γλίτωσαν από τις φήμες.

Ένας από τους πιο διαδεδομένους μύθους θέλει τη Μάρλεν Ντίτριχ να έχει αφαιρέσει γομφίους προκειμένου να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά έντονα ζυγωματικά της. Αντίστοιχα, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, η MGM είχε στείλει μυστικά τη Γκρέτα Γκάρμπο σε πλαστικό χειρουργό.

Καμία από τις δύο δεν έμεινε στην ιστορία για υπερβολικές ή θεατρικές εκφράσεις. Αντιθέτως, η υποκριτική τους χαρακτηριζόταν από μια διακριτική, σχεδόν απόμακρη γοητεία.

Ωστόσο, το κοινό αναγνώριζε και θαύμαζε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που τις έκαναν μοναδικές: τα εξαιρετικά λεπτά φρύδια της Ντίτριχ, τα βαθιά και μυστηριώδη μάτια της Γκάρμπο, τις μικρές ατέλειες που μετατρέπονταν σε στοιχεία ταυτότητας.

Σύμφωνα με τη Γκόρντον, η σχέση του θεατή με το πρόσωπο του ηθοποιού έχει αλλάξει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες.

«Οι ταινίες έχουν γίνει λιγότερο οικείες ως προς τον τρόπο που κινηματογραφούν τα πρόσωπα των ηθοποιών», σημειώνει.

«Καθώς μετακινούμαστε από τη μεγάλη κινηματογραφική οθόνη στις μικρές οθόνες των κινητών και των tablets, αναρωτιέμαι αν αυτό συμβάλλει και στη μεγαλύτερη ανοχή που υπάρχει σήμερα απέναντι στα fillers».

Άλλοι ειδικοί, πάντως, θεωρούν ότι ο καθοριστικός παράγοντας δεν είναι το μέγεθος της οθόνης αλλά η τεχνολογία.

Ο δρ Άντονι Μπρισέτ, πλαστικός χειρουργός στο Χιούστον και πρόεδρος της Αμερικανικής Ακαδημίας Πλαστικής και Επανορθωτικής Χειρουργικής Προσώπου, υποστηρίζει ότι οι σύγχρονες κάμερες υπερυψηλής ανάλυσης έχουν αλλάξει δραστικά τα δεδομένα.

«Οι ηθοποιοί συχνά μου επισημαίνουν πράγματα στην εμφάνισή τους που τους ενοχλούν και δυσκολεύομαι να τα διακρίνω», λέει.

«Ύστερα τους βλέπω στην τηλεόραση ή σε πλάνα υψηλής ανάλυσης και πράγματι γίνονται εμφανή. Βρίσκονται υπό συνεχή και εξαιρετικά αυστηρή παρακολούθηση και αισθάνονται την ανάγκη να διατηρούν διαρκώς την ίδια εικόνα».

Για δεκαετίες, ο μεγαλύτερος αντίπαλος ενός ηθοποιού ήταν ο χρόνος.

Την εποχή του παλιού χολιγουντιανού συστήματος των στούντιο, όταν οι εταιρείες έλεγχαν σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής των σταρ, πολλές γυναίκες έβλεπαν την καριέρα τους να φθίνει μόλις περνούσαν ένα συγκεκριμένο ηλικιακό όριο.

Ορισμένες, όπως η Μάρλεν Ντίτριχ, αποσύρθηκαν σταδιακά από το προσκήνιο. Άλλες συνέχισαν να εργάζονται, αλλά περιορίστηκαν σε δευτερεύοντες ή στερεοτυπικούς ρόλους μεγαλύτερων γυναικών.

Η Μπέτι Ντέιβις στο «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν;» αποτελεί ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πραγματικότητας.

Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι γυναίκες δεν αναμένεται πλέον να εξαφανιστούν από το Χόλιγουντ μόλις κλείσουν τα 30 ή τα 40.

Μια ηθοποιός μπορεί να πρωταγωνιστήσει σε μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή ακόμη και στην πέμπτη δεκαετία της ζωής της.

Υπάρχει όμως ένας άγραφος κανόνας: η βιομηχανία προτιμά να δείχνει σαν να μην έχει μεγαλώσει ποτέ.

Και, όπως παρατηρούν πολλοί άνθρωποι του χώρου, αυτός ο κανόνας φαίνεται να επεκτείνεται διαρκώς. Δεν αρκεί να μοιάζεις 45 ετών στα 45 σου. Συχνά υπάρχει η προσδοκία να μη μοιάζεις ούτε 50, ούτε 60.

«Έχω πλέον την αίσθηση ότι οι περισσότερες γυναίκες ηθοποιοί μεταξύ 30 και 60 ετών κάνουν κάποιου είδους αισθητική παρέμβαση και απλώς δεν κινούν το μέτωπό τους όπως παλιά», λέει ο Κόλμπερτ.

Όπως διευκρινίζει, οι άνδρες ακολουθούν επίσης την ίδια τάση, αλλά η πίεση είναι αισθητά μεγαλύτερη για τις γυναίκες.

«Ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος, ειδικά για εκείνες», σημειώνει.

Η εμμονή του Χόλιγουντ με τα fillers δεν αποτελεί αποκομμένο φαινόμενο. Αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη κοινωνική τάση στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Υπολογίζεται ότι μέσα στο τελευταίο έτος περίπου 1,6 εκατομμύρια Αμερικανοί υποβλήθηκαν σε αισθητικές επεμβάσεις προσώπου, με τα νευροτοξικά ενέσιμα σκευάσματα, όπως το Botox, και τα fillers να παραμένουν οι δημοφιλέστερες επιλογές.

Την ίδια στιγμή, η εκρηκτική εξάπλωση φαρμάκων απώλειας βάρους όπως το Ozempic και το Wegovy έχει δημιουργήσει ένα νέο αισθητικό φαινόμενο.

Πολλοί διάσημοι έχουν χάσει σημαντικό βάρος, με αποτέλεσμα το πρόσωπό τους να δείχνει πιο αδύνατο και «άδειο». Σε αρκετές περιπτώσεις, η χρήση fillers λειτουργεί ως αντίβαρο, αποκαθιστώντας τον χαμένο όγκο.

Ωστόσο, αρχίζει να εμφανίζεται και μια αντίθετη τάση.

Για ορισμένους ηθοποιούς, η αποφυγή τέτοιων παρεμβάσεων έχει μετατραπεί σε απόδειξη αφοσίωσης στην τέχνη τους. Σε μια δήλωση ότι η υποκριτική απαιτεί αυθεντικότητα και ότι τα σημερινά πρότυπα ομορφιάς δεν συμβαδίζουν πάντοτε με τους χαρακτήρες που καλούνται να ενσαρκώσουν.

Η Κέιτ Χάντσον αποκάλυψε ότι σταμάτησε να κάνει Botox κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Song Sung Blue», για την οποία θεωρείται φαβορί για υποψηφιότητα στα Όσκαρ.

Ο λόγος ήταν απλός: η ιστορία εκτυλίσσεται τη δεκαετία του 1980, πολύ πριν το Botox γίνει διαθέσιμο στο ευρύ κοινό.

Ανάλογη άποψη έχει εκφράσει και η Τζένιφερ Λόρενς.

Το δίλημμα των νέων ηθοποιών, η τεχνητή νοημοσύνη και το μέλλον της αισθητικής στο Χόλιγουντ

Στον κόσμο των οντισιόν, οι κανόνες δεν είναι ίδιοι για όλους. Σύμφωνα με επαγγελματίες του χώρου, υπάρχει μια σαφής διάκριση ανάμεσα στους αναγνωρίσιμους σταρ και στους ηθοποιούς που εξακολουθούν να προσπαθούν να χτίσουν το όνομά τους.

Οι πρώτοι συνήθως δεν χρειάζεται να περνούν από τη διαδικασία της οντισιόν. Η φήμη και η εμπορική τους αξία αρκούν για να τους εξασφαλίσουν έναν ρόλο. Οι δεύτεροι, όμως, καλούνται να αποδείξουν διαρκώς την αξία τους, γεγονός που καθιστά πολύ πιο περίπλοκη την απόφαση για το αν θα ακολουθήσουν ή όχι την τάση των αισθητικών παρεμβάσεων.

Η «Μαρί», διευθύντρια κάστινγκ στο Λος Άντζελες με εμπειρία σε μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές και τηλεοπτικές σειρές, υποστηρίζει ότι η εμφανής πλαστική χειρουργική συχνά λειτουργεί εις βάρος των ηθοποιών που βρίσκονται στην αρχή της καριέρας τους. (Το όνομα είναι ψευδώνυμο.)

«Η εμφανής πλαστική χειρουργική είναι σχεδόν πάντα καταστροφική για μια οντισιόν», αναφέρει.

«Τα τηλεοπτικά δίκτυα και τα στούντιο απεχθάνονται τις εμφανείς αισθητικές επεμβάσεις, εκτός αν πρόκειται για κάποιον που είναι ήδη διάσημος. Τότε, ως διά μαγείας, παύουν να τις παρατηρούν. Όσο πιο διάσημος είσαι, τόσο περισσότερο μπορείς να πειραματιστείς με το πρόσωπό σου χωρίς να επηρεαστούν οι πιθανότητές σου να πάρεις έναν ρόλο».

Όπως εξηγεί, αρκετοί νεότεροι ηθοποιοί καταφεύγουν σε fillers σε πολύ μικρή ηλικία. Το αποτέλεσμα μπορεί να λειτουργεί άψογα σε μια φωτογραφία ή σε μια ανάρτηση στο Instagram, όμως συχνά δυσκολεύει την πλήρη ενσάρκωση ενός χαρακτήρα μπροστά στην κάμερα.

«Είναι πραγματικά λυπηρό», λέει.

«Πολλές νέες ηθοποιοί αισθάνονται ότι πρέπει να είναι τέλειες στα social media. Όμως αυτό τις κάνει λιγότερο αληθοφανείς και λιγότερο προσιτές στο κοινό. Το να είσαι μοντέλο και το να είσαι ηθοποιός είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα».

Η ίδια παραδέχεται ότι δεν θα πρότεινε εύκολα σε έναν σκηνοθέτη κάποιον με εμφανείς αισθητικές επεμβάσεις.

«Θα μας κοιτούσαν σαν να έχουμε χάσει το μυαλό μας ή σαν να μην ξέρουμε να ξεχωρίζουμε το καλό γούστο», σημειώνει.

Παρόλα αυτά, η αισθητική χειρουργική σπάνια αποτελεί επίσημο θέμα συζήτησης στις διαδικασίες κάστινγκ.

«Δεν αναφέρεται ποτέ ανοιχτά», εξηγεί. «Είναι κάτι που όλοι παρατηρούν, αλλά κανείς δεν λέει».

Ο Ζακ Μπάρνετ, 50 ετών, εργάζεται ως δάσκαλος υποκριτικής στο Χόλιγουντ και παρακολουθεί από κοντά τις αγωνίες των νέων ηθοποιών.

Όπως λέει, οι συζητήσεις για Botox, fillers και αισθητικές επεμβάσεις δεν γίνονται συνήθως μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας. Ωστόσο, οι μαθητές του συζητούν συχνά το θέμα με τους ατζέντηδές τους, προσπαθώντας να αποφασίσουν αν τέτοιου είδους παρεμβάσεις θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις επαγγελματικές τους προοπτικές.

Ο ίδιος θεωρεί ότι η ολοένα μεγαλύτερη παρουσία της τεχνητής νοημοσύνης στη βιομηχανία του θεάματος ίσως λειτουργήσει τελικά ως αντίβαρο στην εμμονή με την τελειότητα.

«Η ανάγκη για το απόλυτα τέλειο πρόσωπο πιθανότατα θα καλυφθεί από έργα που δημιουργούνται με τεχνητή νοημοσύνη και από ψηφιακούς χαρακτήρες», υποστηρίζει.

«Νομίζω ότι το κοινό θα αναζητά όλο και περισσότερο την αλήθεια. Και η αλήθεια περιλαμβάνει ατέλειες. Αν επιστρέψουμε σε ιστορίες που βασίζονται στους χαρακτήρες και όχι στην εικόνα, δεν θα θέλουμε τίποτα να παρεμβάλλεται ανάμεσα στον θεατή και την αυθεντικότητα του ηθοποιού».

Είναι μια αισιόδοξη προσέγγιση. Ωστόσο, δεν συμμερίζονται όλοι αυτή την αισιοδοξία.

Η δημοσιογράφος Τζέσικα Μ. Γκόλντσταϊν, η οποία έχει ασχοληθεί εκτενώς με τη σχέση ανάμεσα στο Χόλιγουντ, την αισθητική και την ποπ κουλτούρα, εκτιμά ότι οι πιέσεις δεν πρόκειται να εξαφανιστούν.

«Τα πρότυπα ομορφιάς στον καπιταλισμό απαιτούν πάντοτε την ύπαρξη κάποιου νέου προϊόντος προς κατανάλωση», λέει.

Κατά την άποψή της, μπορεί να αλλάξει η μορφή των παρεμβάσεων, όχι όμως η ανάγκη για αυτές.

«Ίσως δούμε μια επιφανειακή μετατόπιση. Ίσως αρχίσουν να θεωρούνται πιο πολυτελή ή πιο εκλεπτυσμένα ορισμένα χαρακτηριστικά που δείχνουν “ανθρώπινα” ή “φυσικά”. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι θα σταματήσουν να πληρώνουν για αισθητικές παρεμβάσεις. Σημαίνει απλώς ότι οι παρεμβάσεις θα αλλάξουν μορφή».

Η ίδια προβλέπει ότι το μέλλον ανήκει στις πιο διακριτικές βελτιώσεις.

Φέρνει ως παράδειγμα τα όψεις πορσελάνης (veneers). Πριν από 15 ή 20 χρόνια, ολοένα και περισσότεροι ηθοποιοί αποκτούσαν σχεδόν πανομοιότυπα, εκτυφλωτικά λευκά χαμόγελα.

Σήμερα, οι όψεις εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά δημοφιλείς και ακριβές, όμως έχουν γίνει πολύ πιο εξατομικευμένες και λιγότερο εμφανείς.

Κάτι αντίστοιχο φαίνεται να συμβαίνει και με τα πρόσωπα.

Ο δρ Μπρισέτ παρατηρεί ότι όλο και περισσότεροι ασθενείς αναφέρουν πως έχουν κουραστεί από τα fillers.

Πολλοί επιλέγουν να τα διαλύσουν ή απλώς να μην τα ανανεώσουν όταν το αποτέλεσμα αρχίζει να υποχωρεί – κάτι που συνήθως συμβαίνει μέσα σε περίπου έναν χρόνο.

«Είναι κάτι που νιώθουν ότι έχουν ξεπεράσει», εξηγεί.

Την ίδια στιγμή, αυξάνεται το ενδιαφέρον για τα λίφτινγκ προσώπου, τα οποία αποτελούν πλέον τη δεύτερη πιο δημοφιλή αισθητική χειρουργική επέμβαση στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ιδιαίτερη απήχηση γνωρίζει το λεγόμενο «deep-plane facelift», μια πιο σύγχρονη τεχνική που μπορεί να κοστίσει έως και 40.000 δολάρια σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες.

Σε αντίθεση με τις πιο παλιές μεθόδους, στόχος της συγκεκριμένης επέμβασης δεν είναι να αλλάξει δραστικά τα χαρακτηριστικά του προσώπου, αλλά να προσφέρει μια πιο ξεκούραστη και φυσική όψη.

Το σημαντικότερο, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι ότι επιτρέπει τη διατήρηση της κινητικότητας και της εκφραστικότητας του προσώπου.

Δεν είναι τυχαίο ότι ολοένα και περισσότερες διασημότητες στρέφονται προς αυτή την επιλογή.

«Διάσημοι, δημόσια πρόσωπα και άνθρωποι υψηλού προφίλ το κάνουν διακριτικά και χωρίς δημοσιότητα», είχε δηλώσει πέρυσι πλαστικός χειρουργός στο περιοδικό New York.

Η Τζένιφερ Λόρενς αποτελεί ίσως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας τάσης.

Η ηθοποιός έχει εκφράσει επανειλημμένα τις επιφυλάξεις της απέναντι στα fillers, φοβούμενη ότι θα επηρεάσουν την υποκριτική της ελευθερία και την εκφραστικότητα του προσώπου της.

Όταν όμως ρωτήθηκε αν θα έκανε ποτέ ένα «deep-plane facelift», η απάντησή της ήταν άμεση και απολύτως ειλικρινής:

«Πιστέψτε με, θα το κάνω!».

Και ίσως εκεί ακριβώς να βρίσκεται το μέλλον της βιομηχανίας: όχι στην πλήρη απόρριψη των αισθητικών παρεμβάσεων, αλλά σε μια νέα γενιά θεραπειών που υπόσχονται να διατηρούν το πρόσωπο νεανικό, χωρίς να θυσιάζουν το πιο πολύτιμο εργαλείο ενός ηθοποιού — την ικανότητα να εκφράζει συναίσθημα.

Η ηθοποιός έχει παραδεχθεί ότι χρησιμοποιεί Botox, όμως έχει ξεκαθαρίσει πως αποφεύγει τα fillers στο μέτωπο, καθώς θεωρεί ότι γίνονται υπερβολικά εμφανή μπροστά στον φακό.

Πηγή: Guardian

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ