Επαναστατική πρόταση Σάλλα για τα κόκκινα δάνεια κόντρα στην τιμωρητική λογική των εποπτικών μηχανισμών

80 mins read

Πλέγµα προτάσεων για την αντιµετώπιση του µεγάλου προβλήµατος των κόκκινων δανείων που βαραίνουν τους ισολογισµούς των ελληνικών τραπεζών και που δεν έχουν εξετασθεί, παραθέτει µε άρθρο του ο ιδρυτής και επί σειρά ετών πρόεδρος του οµίλου Πειραιώς, Μιχάλης Σάλλας.
Ο Μιχάλης Σάλλας ο κορυφαίος έλληνας τραπεζίτης σε άρθρο – παρέµβαση στην Καθημερινή, υπογραµµίζει ότι η ώρα µηδέν για τις ελληνικές τράπεζες πλησιάζει και κρούει τον «κώδωνα του κινδύνου» για την άµεση και αποτελεσµατική αντιµετώπιση των κόκκινων δανείων.
Σηµειώνει ότι «τα κόκκινα δάνεια δεν αντιµετωπίστηκαν δυστυχώς εγκαίρως για µία σειρά από λόγους» και µάλιστα, «προτάσεις όπως του «sales and lease back» που προσέφεραν προστασία στις τράπεζες και κοινωνική αλληλεγγύη, κυρίως προς αυτούς που υπέστησαν βαριές συνέπειες από τη βαθιά και παρατεταµένη κρίση, δεν συζητήθηκαν καν, λόγω µιας αντίληψης που θα µπορούσε να χαρακτηριστεί και τιµωρητική».
«Η ώρα µηδέν για τις ελληνικές τράπεζες πλησιάζει. Πρέπει άµεσα και αποτελεσµατικά να αντιµετωπίσουν το ζήτηµα των κόκκινων δανείων δηµιουργώντας τα απαραίτητα «µαξιλάρια» που θα ενισχύουν τον ισολογισµό τους και θα προστατεύσουν την καταθετική τους βάση, επιτρέποντας παράλληλα τη χρηµατοδότηση της πραγµατικής οικονοµίας. Ακόµη κι αν οι τράπεζες επιτύχουν τελικώς τον φιλόδοξο στόχο που έχουν θέσει στον SSM για το 2021, θα χρειαστεί ένα σηµαντικό απόθεµα και «καλάθι» κεφαλαίων προκειµένου να καλύψουν τη διαφορά από τις υπάρχουσες προβλέψεις και την πραγµατική µείωση του ενεργητικού τους, αναστρέφοντας µε αυτόν τον τρόπο την πορεία συρρίκνωσης των εργασιών τους.
Τα µη εξυπηρετούµενα ανοίγµατα NPEs, σύµφωνα µε όσα έχουν δηµοσιοποιήσει οι τέσσερις συστηµικές τράπεζες, θα πρέπει να µειωθούν στα 32,7 δισ. ευρώ το 2021. Αυτό και µόνον συνεπάγεται µία µείωση κατά 50 δισ. ευρώ στο χρονικό διάστηµα που αποµένει µέχρι τότε, χωρίς να υπολογίζονται τα κόκκινα δάνεια που βρίσκονται καθ’ οδόν. Από αυτά τα 50 δισ., ένα τµήµα αφορά, όπως εκτιµάται, δάνεια τα οποία πρόκειται να πωληθούν σε εξειδικευµένα funds. Η αποτίµησή του σύµφωνα µε τις εκτιµήσεις των τραπεζών µπορεί να φθάσει τα 20 δισ.
Στην περίπτωση που ο µέσος όρος τιµών αυτών των προς πώληση δανείων είναι, στο αισιόδοξο σενάριο, να δοθούν στο 30% της ονοµαστικής αξίας τους, τότε αυτόµατα θα χρειαστούν µόνο γι’ αυτά τα 20 δισ. και αφαιρουµένων των προβλέψεων, τουλάχιστον 5 δισ. ευρώ νέα κεφάλαια. Για την αντιµετώπιση του συνόλου της µείωσης κατά 50 δισ. ευρώ µέχρι το 2021 θα απαιτηθούν προς ανάλωση 9-10 δισ. σε κεφάλαια.
Η εξεύρεση µετοχικού κεφαλαίου αυτής της τάξης, στην παρούσα τουλάχιστον φάση, δείχνει αλλά και είναι µία αρκετά δύσκολη υπόθεση. Από τις 30/6 του 2016 µέχρι και τον Σεπτέµβριο του 2018 (τελευταία δηµοσιευµένα στοιχεία) η µόνη θετική εξέλιξη στους ισολογισµούς των τεσσάρων συστηµικών τραπεζών είναι η αύξηση των καταθέσεων κατά περίπου 11%. Την ίδια περίοδο, όµως, το συνολικό τραπεζικό ενεργητικό µειώθηκε περίπου 22% ή 70 δισ. ευρώ, ενώ τα ίδια κεφάλαια συρρικνώθηκαν κατά 26,3% ή κατά 9,5 δισ. ευρώ.
Ακόµα µεγαλύτερη είναι η µείωση στα ενσώµατα ίδια κεφάλαια, δηλ. σε αυτά που αποµένουν αφού αφαιρεθούν οι αναβαλλόµενες φορολογικές απαιτήσεις από τα ίδια κεφάλαια. Άλλωστε, αυτά είναι τα πραγµατικά κεφάλαια των τραπεζών, εκείνα δηλαδή που µπορούν να απορροφήσουν ζηµίες. Τα πραγµατικά, λοιπόν, κεφάλαια έχουν υποχωρήσει στα 5,2 δισ. ευρώ, χάνοντας 68% ή 11,1 δισ. ευρώ από τον Ιούνιο του 2016. Αυτή η δραµατική απώλεια πραγµατικών κεφαλαίων σε συνδυασµό µε την όλο και συρρικνούµενη δηµιουργία εσόδων, καθώς και την επίµονη στασιµότητα του ποσοστού των NPEs, τόσο επί του συνόλου του καθαρού ενεργητικού όσο και επί του συνόλου των χορηγήσεων, καθιστά την υπέρβαση της κρίσης στο τραπεζικό σύστηµα, αν όχι εξαιρετικά δυσχερή, τουλάχιστον ιδιαιτέρου περίπλοκη. Πρώτη θέση στην ατζέντα κατέχει ο τρόπος αντιµετώπισης των κόκκινων δανείων (και σωστά κατά την άποψή µου), γιατί ο τρόπος αντιµετώπισης που θα επιλεγεί θα καθορίσει τις κινήσεις που επιβάλλονται για τα υπόλοιπα µεγάλα θέµατα και κυρίως για τα κεφάλαια που θα απαιτηθούν άµεσα στην εφαρµογή του προγράµµατος, καθώς και για εκείνα που θα χρειαστούν κατά τη διάρκεια υλοποίησής του ή την ολοκλήρωση της εφαρµογής του.
Οι προτάσεις για τα κόκκινα δάνεια τόσο από το ΤΧΣ όσο και από την Τράπεζα της Ελλάδος, όπως και οι ίδιοι οι θεσµοί παραδέχονται, απαιτούν για την υλοποίησή τους χρονικό διάστηµα ενός εξαµήνου. Ορισµένοι, µάλιστα, εκφράζουν την άποψη ότι το διάστηµα αυτό θα είναι µεγαλύτερο. Εποµένως, οι τράπεζες χρειάζονται χρόνο και χρήµα για να αντιµετωπίσουν την κατάσταση.
Υπό την πίεση αυτή, προχώρησαν και προχωρούν σε πωλήσεις ενεργητικού -πέραν του δανειακού τους χαρτοφυλακίου- ή αντιµετωπίζουν την κατάσταση µε λύσεις διαφορετικές όπως αυτή, την εξαιρετικά θετική, της Eurobank.
Από την άλλη πλευρά, ακούγεται πως προωθούνται σχέδια εκχώρησης της διαχείρισης των κόκκινων δανείων σε funds, προκειµένου αυτά να ενισχύσουν πρόσκαιρα τους κεφαλαιακούς δείκτες των πιστωτικών ιδρυµάτων. Οι λύσεις αυτές, όπως λέγεται, προβλέπουν µείωση του υπό διαχείριση προβληµατικού χαρτοφυλακίου σύµφωνα µε το πρόγραµµα που οι τράπεζες έχουν υποβάλει στον SSM. Πρόκειται για ένα δύσκολο εγχείρηµα κατά τη γνώµη µου και θα περιµένουµε να δούµε αν τελικώς επιτευχθεί κάποια συµφωνία.
Τα κόκκινα δάνεια δεν αντιµετωπίστηκαν δυστυχώς εγκαίρως για µία σειρά από λόγους. Προτάσεις όπως του «sales and lease back» που προσέφεραν προστασία στις τράπεζες και κοινωνική αλληλεγγύη, κυρίως προς αυτούς που υπέστησαν βαριές συνέπειες από τη βαθιά και παρατεταµένη κρίση, δεν συζητήθηκαν καν, λόγω µιας αντίληψης που θα µπορούσε να χαρακτηριστεί και τιµωρητική.
Δεν πρέπει να ξεχνάµε ότι στα χρόνια της κρίσης το εθνικό προϊόν µειώθηκε κατά 30%, ενώ χάθηκαν από τις τράπεζες 120 δισ. καταθέσεις. Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες δίνουν µάχη για να κρατηθούν σε ένα στοιχειώδες επίπεδο, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες νέοι, κυρίως επιστήµονες, µετανάστευσαν για να «χτίσουν» το µέλλον τους. Μέσα σε αυτό το κλίµα όφειλαν τράπεζες, επαγγελµατικές οργανώσεις, πολιτεία και εποπτικές αρχές, νηφάλια να βρουν λύσεις για τα κόκκινα δάνεια µε γνώµονα την επανεκκίνηση της οικονοµίας και τη δηµιουργία θετικότερου κλίµατος στην αγορά, χωρίς ατελέσφορες γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Ιεραρχώντας τις προτεραιότητες µε τις οποίες θα έπρεπε να κινηθούν οι τράπεζες σήµερα για το µεγάλο αυτό πρόβληµα και χωρίς να σταµατούν οι αρµόδιες µονάδες να ασχολούνται µε την εκκαθάριση του συνολικού προβληµατικού χαρτοφυλακίου, ξεκινούν σωστά µε τα στεγαστικά δάνεια σε οριστική καθυστέρηση, για να ακολουθήσουν αµέσως µετά οι αποφάσεις για τα αντίστοιχα επιχειρηµατικά. Ίσως είναι χρήσιµο, όµως, εκτός από τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί και συζητιούνται απ’ όλες τις πλευρές, να θυµηθούµε εκείνες που είχαν διατυπωθεί τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2014, χωρίς να δοθεί καµία απάντηση γι’ αυτές. Πρόταση διευθέτησης στεγαστικών δανείων µέσω «sales and lease back».
Η πρόταση αφορά αποκλειστικά οφειλέτες, το δάνειο των οποίων έχει µεταφερθεί σε οριστική καθυστέρηση. Μπορεί δε να λειτουργήσει παράλληλα και ανεξάρτητα και από την προωθούµενη για τα δάνεια αυτά λύση. Η ένταξη στη διαδικασία του «sales and lease back» γίνεται σε εθελοντική βάση και αφορά τόσο τα κόκκινα δάνεια που υπερβαίνουν την αξία του ακινήτου όσο και εκείνα που το υφιστάµενο δανειακό υπόλοιπο είναι µικρότερο του 100% της αξίας του ακινήτου.
Α. Στην περίπτωση που το δάνειο υπερβαίνει την εµπορική αξία του ακινήτου, παρέχεται η δυνατότητα στο πλαίσιο του «leasing» να επεκταθεί ο χρόνος του δανείου κατά 10-15 χρόνια µε µικρή µείωση του επιτοκίου. Ουσιαστικά, δηλαδή, να είναι εφικτή η ετήσια εξυπηρέτηση του δανείου από τον οφειλέτη και να ανταποκρίνεται σ’ ένα στοιχειώδες µίσθωµα, τουλάχιστον για το 80% της εµπορικής αξίας του ακινήτου. Έπειτα από κάποια περίοδο ή στο τέλος της 10ετίας-15ετίας, θα µπορεί ο οφειλέτης να αποκτήσει το ακίνητο, καταβάλλοντας την υπόλοιπη αξία της χρηµατοδοτικής υποχρέωσης αν αυτή είναι χαµηλότερη της εµπορικής αξίας ή να καταβάλει την υπόλοιπη χρηµατοδοτική υποχρέωση αφαιρουµένου του ποσού κατά το µέρος που η χρηµατοδοτική υποχρέωση υπερβαίνει την αξία του ακινήτου
Β. Αν το υφιστάµενο υπόλοιπο του δανείου είναι µικρότερο του 100% της εµπορικής αξίας του ακινήτου η ένταξη στη διαδικασία του «sales and lease back» παρέχει την δυνατότητα επέκτασης του δανείου κατά 10-15 χρόνια, άρα σηµαντική µείωση της ετήσιας τοκοχρεολυτικής υποχρέωσης. Ο οφειλέτης έχει το δικαίωµα επαναπόκτησης του ακινήτου στη λήξη της συµβατικής υποχρέωσης ή οποτεδήποτε κατά τον χρόνο της µισθωτικής σύµβασης , στην αξία που το απέκτησε η τράπεζα.
Για τη διευκόλυνση αυτών των λύσεων η τράπεζα θα µπορούσε να προτείνει και κάποια περίοδο χάριτος όταν κρίνεται απαραίτητο. Επίσης, για να µπορεί να καταρτιστεί µία τέτοια συµφωνία τύπου «sales and lease back» θα πρέπει να προβλεφθεί ότι τράπεζα και οφειλέτης απαλλάσσονται του φόρου, τόσο κατά την πρώτη µεταβίβαση όσο και στο τέλος της ρύθµισης. Και τούτο γιατί έχει καταβληθεί φόρος στην αρχική κτήση του ακινήτου και η συµφωνία «sales and lease back», αποτελεί µέσο αναδιάρθρωσης και όχι µεταβίβασης. Στις διαδικασίες του «sales and lease back» θα µπορούσαν υπό προϋποθέσεις εκτός από στεγαστικά δάνεια να ενταχθούν και δάνεια επαγγελµατιών και ιδιοκτητών µικρών επιχειρήσεων , που έχουν ως εξασφάλιση την πρώτη τους κατοικία. Εκτός όµως από τα ακίνητα, οι αρµόδιες αρχές δεν µπόρεσαν να εξετάσουν σε βάθος και προτάσεις όπως  αυτή της δηµιουργίας «Bad Bank», κυρίως για τα επιχειρηµατικά καταγγελθέντα δάνεια,παρά το γεγονός ότι λύσεις αυτού του τύπου είχαν αποδώσει καρπούς σε χώρες µε αντίστοιχο πρόβληµα µε την Ελλάδα.
Γιατί πρέπει να δηµιουργηθεί µία «Bad Bank»:
-Για τα επιχειρηµατικά δάνεια που είναι «σε εµπλοκή» θα έπρεπε να είχε συσταθεί ειδικός φορέας για τη διαχείρισή τους. Aς φανταστούµε µία επιχείρηση µε κάποια εκατοµµύρια τζίρο και δανειακές υποχρεώσεις σε 3 ή 4 τράπεζες, µε εκκρεµότητες σε ασφαλιστικά ταµεία, εφορία, κ.λπ., να προσπαθεί να αντιµετωπίσει το πρόβληµα.
Ο απαιτούµενος χρόvos είναι τεράστιος. Ακόµα και στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες µπορεί να γίνει χρήση του «εξωδικαστικού συµβιβασµού», ακόµα κι εκεί, απαιτείται αρκετός χρόνος για τον συντονισµό.
– Ο ειδικός φορέας «Bad Bank», ο οποίος θα συγκεντρώσει όλα τα καταγγελµένα δάνεια σε ενιαία πλατφόρµα, έχει τη δυνατότητα να τα ξεκαθαρίσει πολύ πιο γρήγορα και αποτελεσµατικά αλλά και µε µικρότερο κόστος. – Αν οι τράπεζες σχηµατίσουν ειδικό φορέα «Bad Bank» και µεταφέρουν σ’ αυτόν τα καταγγελθέντα επιχειρηµατικά δάνεια 23-25 δισ., τα οποία έχουν προβλέψεις 15-16,5 δισ., τότε η «Bad Bank» καλείται να διαχειριστεί δάνεια που έχουν αποτιµηθεί στα 8-9 δισ. σύµφωνα µε την αξία που έχουν στα βιβλία των τραπεζών.
Αν τα δάνεια αυτά αποφασιστεί να πωληθούν από την «Bad Bank» π.χ. στο 20% της ονοµαστικής τους αξίας, τότε τα προς αναζήτηση κεφάλαια για να καλυφθεί η ζηµία, µετά και την αφαίρεση των κεφαλαιακών δεσµεύσεων, ανέρχεται περίπου στα 2,5 δισ. για όλες τις τράπεζες. Δηλαδή περίπου 0,6 δισ. κατά µέσον όρο για την κάθε µία. Το πρόβληµα, ακόµα και γι’ αυτό το ποσό, ασφαλώς δεν είναι απλό, ειδικά την περίοδο αυτή. Η µειωµένη κατά 46% χρηµατιστηριακή αξία των τραπεζών, έναντι του Ιουνίου 2016, αποτρέπει τους υφιστάµενους µετόχους να επενδύσουν εκ νέου, αλλά και δεν ενθαρρύνει νέους επενδυτές. Ωστόσο, επειδή τα χρήµατα δεν θα απαιτηθούν άµεσα, υπάρχει χρόνος για να µελετηθούν εναλλακτικές πηγές.
Η διερεύνηση των ανωτέρω προσεγγίσεων για άντληση κεφαλαίων, µπορεί να οδηγήσει στην προσθήκη περισσότερων βαθµίδων απορρόφησης στο παθητικό των τραπεζών, έστω και τέτοιων δυνητικών ζηµιών, που θα προκύψουν από τη ρευστοποίηση των κόκκινων δανείων. Η έκδοση προνοµιούχων µετοχών, µε ουσιαστικό κίνητρο-προνόµιο, η έκδοση «senior unsecured» οµολόγων µε ισχυρό κουπόνι αλλά κυρίως η έκδοση NPS (Non Preferred Senior) οµολόγων, γνωστά ως «Junior Senior» που αξιολογούνται κάτω από τις καταθέσεις και τα senior bonds αλλά πάνω από τα Tier 2 οµόλογα, ίσως είναι προτάσεις που πρέπει άµεσα να εξεταστούν για να διευκολύνουν τις λύσεις που προωθούνται για τα κόκκινα δάνεια».
 

Facebook Comments