Ο Γιάννης Στουρνάρας, Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος τονίζει ότι ο πόλεμος αποτελεί ένα επιπλέον δυσμενές σοκ εφοδιασμού για την παγκόσμια οικονομία και την οικονομία της ευρωζώνης, με δυνητικά μεγάλο μακροοικονομικό αντίκτυπο σε περίπτωση που η σύγκρουση συνεχιστεί ή εξαπλωθεί σε όλες τις χώρες.
Σε ομιλία του σε εκδήλωση του American Hellenic Educational Progressive Association (AHEPA) στη Φρανκφούρτη ο Γιάννης Στουρνάρας αναφέρει ότι τα διδάγματα που αντλούνται από την πρόσφατη ελληνική οικονομική ιστορία έχουν σημασία στην τρέχουσα συγκυρία του πολέμου, επειδή οι περίοδοι σύγκρουσης τείνουν να φέρνουν δημοσιονομική πίεση, ενεργειακή αναστάτωση και ευρύτερη αβεβαιότητα, καθιστώντας ιδιαίτερα σημαντική την ορθή δημοσιονομική διακυβέρνηση και τη συντονισμένη διαχείριση κρίσεων.
Ο Διοικητής της ΤτΕ μίλησε για την επιτυχία της Ελλάδας κατά την έξοδο από την κρίση χρέους, τα Μνημόνια, την ισχυροποίηση των τραπεζών και τις οικονομικές επιδόσεις που επιτυγχάνει η χώρα σήμερα.
Μίλησε για τα μαθήματα που αντλήθηκαν από την ελληνική κρίση και για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Όπως ανέφερε, από το 2019, η αύξηση του ΑΕΠ της Ελλάδας ξεπερνά σταθερά τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, επαναφέροντας τη χώρα σε μια πορεία σύγκλισης προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα εισοδήματος μετά από πολλά χρόνια απόκλισης. Το 2025, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1%, το ίδιο με το 2024, σημαντικά πάνω από τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ, ο οποίος ήταν 1,4%.
Η οικονομική ανάπτυξη το 2025 υποστηρίχθηκε τόσο από την ιδιωτική κατανάλωση όσο και από τις επενδύσεις, συμβάλλοντας 1,4 και 1,5 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα στην αύξηση του ΑΕΠ. Οι καθαρές εξαγωγές συνέβαλαν επίσης θετικά, προσθέτοντας 1,2 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς αυξήθηκαν κατά 1,7%. Συνολικά, η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2% το 2025 ενώ η αύξηση των επενδύσεων επιταχύνθηκε στο 8,9% κυρίως λόγω της χρηματοδότησης του RRF.
Οι οικονομικές προοπτικές για την ελληνική οικονομία παραμένουν θετικές, σύμφωνα με τον Γιάννη Στρουρνάρα, παρά τις ισχυρές εξωτερικές αντιξοότητες.
Εάν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν διαρκέσει περισσότερο από μερικές εβδομάδες και εάν οι τιμές της ενέργειας αποκλιμακωθούν, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2026 αναμένεται να διαμορφωθεί σε γενικές γραμμές στο ίδιο επίπεδο με το 2025, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, ενισχύοντας έτσι την περαιτέρω κάλυψη των ευρωπαϊκών επιπέδων εισοδήματος. Ο κύριος μοχλός ανάπτυξης αναμένεται να είναι η κατανάλωση, ενώ οι επενδύσεις θα πρέπει να συνεχίσουν να συμβάλλουν θετικά. Βραχυπρόθεσμα, οι επενδύσεις θα υποστηριχθούν από τους υπόλοιπους διαθέσιμους πόρους του RRF.
Το πιο σημαντικό είναι ότι η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας δεν έχει υποστηριχθεί από βραχυπρόθεσμα μέτρα τόνωσης, αλλά μάλλον από ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη: σταθερά δημόσια οικονομικά, ανθεκτική κατανάλωση νοικοκυριών, ισχυρή ανάκαμψη των επενδύσεων που υποστηρίζονται από το RRF και εξαιρετική εξαγωγική επίδοση – ιδίως στον τουρισμό, την εφοδιαστική αλυσίδα, τις ψηφιακές υπηρεσίες και τους τομείς έντασης καινοτομίας, όπως τα φαρμακευτικά προϊόντα. Εν τω μεταξύ, η αγορά εργασίας έχει ενισχυθεί, με την ανεργία να μειώνεται σε μονοψήφια επίπεδα για πρώτη φορά από την αρχή της κρίσης.
Η Ελλάδα συνεχίζει να επιτυγχάνει ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα χωρίς να επιστρέφει σε περιοριστικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής. Το δημόσιο χρέος μειώνεται σταθερά ως ποσοστό του ΑΕΠ, και αναμένεται να φτάσει περίπου το 138% του ΑΕΠ το 2026. Οι υγιείς δημοσιονομικές πολιτικές έχουν δημιουργήσει χώρο για στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις, προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών και επενδύσεις σε ψηφιακές, πράσινες δράσεις. Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης έχουν ανταποκριθεί με αναβαθμίσεις στις αξιολογήσεις του δημόσιου χρέους και των τραπεζών, συμβάλλοντας στην προσέλκυση ανανεωμένων ξένων κεφαλαίων στα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία.
Ωστόσο, το εξωτερικό περιβάλλον παραμένει πολύ εύθραυστο, σύμφωνα με τον Διοικητή της ΤτΕ. Η γεωπολιτική αστάθεια και η κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, μια νέα, μεγάλη ενεργειακή κρίση που προκύπτει από αυτόν τον πόλεμο, οι προστατευτικές πιέσεις, η αβεβαιότητα της οικονομικής πολιτικής, ο χρηματοοικονομικός κατακερματισμός και η κλιματική αλλαγή, αποτελούν πηγές σημαντικών κινδύνων καθοδικής πορείας. Ο πόλεμος, εάν συνεχιστεί, είναι αναπόφευκτο να προκαλέσει στασιμοπληθωριστικές επιπτώσεις, δηλαδή υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη.
Σύμφωνα με τον Γιάννη Στουρνάρα η Ελλάδα έχει μετατοπίσει την εστίασή της από την ανάκαμψη στην «στρατηγική επιτάχυνση». Ο κεντρικός οικονομικός της στόχος είναι τώρα να εξασφαλίσει μακροπρόθεσμη πραγματική σύγκλιση με τη ζώνη του ευρώ χωρίς να αναδημιουργήσει μακροοικονομικές ανισορροπίες του παρελθόντος.
Για την επίτευξη αυτού του στόχου, απαιτείται ταχύτερη κάλυψη του εναπομείναντος επενδυτικού χάσματος με την ευρωζώνη, διατήρηση των κερδών παραγωγικότητας μέσω επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες, συνέχιση της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων, αποτελεσματική κινητοποίηση και κατανομή εγχώριων πόρων, διαρθρωτικών ταμείων και ταμείων RRF της ΕΕ, καθώς και άμεσων ξένων επενδύσεων, ιδίως σε τομείς που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, σε έναν κόσμο που διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο από την τεχνολογική πρόοδο και τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό.
Η μακροοικονομική, δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα πρέπει να παραμείνει ο βασικός μοχλός. Η αυστηρή τήρηση των κανόνων της ΕΕ και η επιταχυνόμενη μείωση του χρέους ήταν και συνεχίζουν να είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της αξιοπιστίας αλλά η σταθερότητα δεν είναι αρκετή. Η δημοσιονομική στρατηγική πρέπει να γίνει φιλοαναπτυξιακή, ανακατευθύνοντας τις δαπάνες προς τις υποδομές, την εκπαίδευση, την καινοτομία και τη δημογραφική στήριξη, εκσυγχρονίζοντας παράλληλα περαιτέρω το φορολογικό σύστημα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της δικαιοσύνης.
Το αποφασιστικό πεδίο μάχης είναι η κινητοποίηση επενδύσεων. Η αξιοποίηση των υπόλοιπων κεφαλαίων του RRF πρέπει να είναι γρήγορη και αποτελεσματική, αλλά η εξωτερική χρηματοδότηση από μόνη της δεν επαρκεί. Τα ιδιωτικά κεφάλαια πρέπει να προσελκύονται μέσω ταχύτερων διαδικασιών, εμβάθυνση της κεφαλαιαγοράς και ανάπτυξη μη τραπεζικής χρηματοδότησης.
Τέλος, η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίσει την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση όχι ως υποχρεώσεις αλλά ως στρατηγικές ευκαιρίες ανταγωνιστικότητας.
Η νέα ενεργειακή κρίση αποτελεί μια έντονη υπενθύμιση ότι η Ελλάδα θα πρέπει να μεγιστοποιήσει τις προσπάθειές της για τη μείωση της εξάρτησης από τα (εισαγόμενα) ορυκτά καύσιμα.
Εάν διατηρηθούν η πολιτική σταθερότητα, η δημοσιονομική υπευθυνότητα, η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η θεσμική αξιοπιστία και η δυναμική των μεταρρυθμίσεων, σύμφωνα με τον Διοικητή της ΤτΕ η Ελλάδα βρίσκεται σε θέση όχι μόνο να διατηρήσει την ανάκαμψη, αλλά και να περάσει σε μια φάση μόνιμα υψηλότερου δείκτη επενδύσεων, αύξησης της παραγωγικότητας και οικονομικής ανθεκτικότητας.

