Άρθρο του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ Βαγγέλη Βενιζέλου δημοσιεύουν σήμερα ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο. «Η σκέψη ότι η νίκη της ΝΔ στις εκλογές του 2023 μπορούσε να θεωρηθεί ότι «κλείνει» πολιτικά ζητήματα, όπως οι υποκλοπές και τα Τέμπη, που είχαν εμφανιστεί πριν τις εκλογές και άρα τα είχε υπόψη του το εκλογικό σώμα όταν ψήφισε, αποδείχθηκε πολύ γρήγορα αφελής και εσφαλμένη» αναφέρει, μεταξύ άλλων στο άρθρο του ο κ. Βενιζέλος.
Ολόκληρο το άρθρο του κ. Βενιζέλου έχει ως εξής:
Επί πέντε χρόνια η χώρα ζει στον αστερισμό των υποκλοπών. Μόνο που οι υποκλοπές των τηλεπικοινωνιών έχουν καταστεί υποκλοπές του κύρους και της αξιοπιστίας των θεσμών. Στο υπόστρωμα αυτό τοποθετούνται όλα όσα συμβαίνουν στη δημόσια σφαίρα και πρωτίστως η τραγική υπόθεση των Τεμπών και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Στις υποκλοπές και τη διαχείρισή τους από την κυβέρνηση και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της οφείλεται σε μεγάλο βαθμό:
– η υπονομευτική για το πολίτευμα της χώρας εικόνα της Βουλής που προσλαμβάνουν οι πολίτες,
– η έκπτωση του πολιτικού πολιτισμού και του ύφους του δημόσιου λόγου,
– η αδυναμία διεξαγωγής ουσιαστικών και σε βάθος συζητήσεων μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης για την επικαιροποίηση της εθνικής στρατηγικής υπό συνθήκες επικίνδυνης και καθολικής διεθνούς ρευστότητας που επηρεάζει, άμεσα ή έμμεσα και την ατζέντα των εθνικών μας θεμάτων,
– η συνεχής δοκιμασία της Δικαιοσύνης στα μάτια της κοινωνίας,
– η συστηματική υποβάθμιση των ανεξάρτητων αρχών.
Η σκέψη ότι η νίκη της ΝΔ στις εκλογές του 2023 μπορούσε να θεωρηθεί ότι «κλείνει» πολιτικά ζητήματα, όπως οι υποκλοπές και τα Τέμπη, που είχαν εμφανιστεί πριν τις εκλογές και άρα τα είχε υπόψη του το εκλογικό σώμα όταν ψήφισε, αποδείχθηκε πολύ γρήγορα αφελής και εσφαλμένη. Η σκέψη ότι ειδικά ως προς τις υποκλοπές λειτουργεί ένα είδος κοινωνικού μιθριδατισμού καθώς η κοινή γνώμη έχει συμφιλιωθεί σταδιακά με την ιδέα ότι οι παρακολουθήσεις και ο χρηματισμός είναι πράγματα που κάνει παντού και πάντα κάθε διαχειριστής της πολιτικής εξουσίας, φάνηκε να στηρίζεται σε κάποια δημοσκοπικά ευρήματα αλλά ευτυχώς ακόμη και μια κοινωνία βαθιά κουρασμένη μπορεί να αντιδρά στην καταδίκη της στην ηττοπάθεια και τις χαμηλές προσδοκίες ελλείψει, υποτίθεται, «εναλλακτικής λύσης».
Εκείνοι λοιπόν που θεώρησαν ότι μπορούν να υποκλέψουν τη συνέργεια της Δικαιοσύνης και να κηρύξουν τη λήξη της υπόθεσης των υποκλοπών ως αντικείμενο δικαστικής έρευνας που μπορεί να φτάσει παντού, έκαναν το λάθος να εκλάβουν τη Δικαιοσύνη ως μηχανισμό που υπόκειται σε γραμμικό έλεγχο. Ως μηχανισμό που ολοκληρώνει τη δυναμική του επειδή ένας εισαγγελικός λειτουργός στο εσωτερικό της ΕΥΠ εγκρίνει τις λεγόμενες νόμιμες επισυνδέσεις και ένας αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου «απονευρώνει» το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator.
To ίδιο λάθος έκαναν οι κυβερνώντες και στο αντιπαθές σε αυτούς πεδίο των ανεξάρτητων αρχών όπου νόμισαν ότι ο δια ασφυξίας «θάνατος» της ΑΔΑΕ υπό τον Χρήστο Ράμμο ως προς τον έλεγχο της ΕΥΠ θα παρεμποδίσει τη διπλανή Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα υπό τον Κωνσταντίνο Μενουδάκο να διερευνήσει τη λειτουργία του Predator.
Παρά λοιπόν τον συστηματικό και επίμονο ευτελισμό κοινοβουλευτικών και δικανικών διαδικασιών και παρά το γεγονός ότι βρέθηκαν λειτουργοί που διέθεσαν το προσωπικό τους κύρος στη μάταιη αυτή στρατηγική, φτάσαμε σήμερα να θαυμάζουμε ως εξαίρεση αυτό που είναι ο συνταγματικός, ενωσιακός και διεθνής κανόνας: τη δυναμική που αναπτύσσει η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών όταν διαμορφωθεί το momentum.
Κανείς προφανώς από τους εμπλεκόμενους στο διπλό σκάνδαλο των υποκλοπών, αυτό της διενέργειας και αυτό της συγκάλυψής τους, δεν εκτίμησε τη δυναμική του ακροατηρίου του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (Πρόεδρος Ν. Ασκιανάκης, πλημμελειοδίκης, Εισαγγελέας Δ. Παυλίδης, εισαγγελέας πρωτοδικών) . Τώρα όμως υπάρχει το σώμα των 1930 σελίδων της Έκθεσης Πρακτικών και Απόφασης του Β ´ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που έχει διαβιβαστεί και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για τη διερεύνηση κακουργηματικών και άλλων πράξεων η τέλεση των οποίων πιθανολογείται από τις μαρτυρικές καταθέσεις που ακούστηκαν και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο.
Τη σημασία της απόφασης φαίνεται ότι αντιλήφθηκε, εις πείσμα της δήθεν αδιαφορίας των κυβερνώντων, ο κατηγορούμενος και πρωτοδίκως καταδικασθείς κ. Ταλ Ντίλιαν που με τις γραπτές, προσεκτικές και επίμονες δηλώσεις του καθιστά επιτακτική την άμεση κλήση του από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς τον οποίο έχει διαβιβαστεί το πλούσιο σώμα της Έκθεσης Πρακτικών και της Απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Προκειμένου να επαναλάβει τις δηλώσεις του ενώπιον της εισαγγελικής αρχής και να τεκμηριώσει ότι το συγκεκριμένο σύστημα πωλήθηκε ή μισθώθηκε σε ελληνική κρατική υπηρεσία ή αρχή η οποία το έθεσε σε λειτουργία διεξάγοντας παρακολουθήσεις πρώην πρωθυπουργού, υπουργών, ηγητόρων των ενόπλων δυνάμεων και άλλων προσώπων. Το ότι το σύστημα εγκαταστάθηκε και λειτούργησε είναι πλήρως τεκμηριωμένο. Το ζήτημα που θέτουν οι δηλώσεις του κ. Ντίλιαν είναι ο διαχωρισμός μεταξύ ιδιώτη αλλοδαπού προμηθευτή και εγχώριου κατόχου που κατά τη δήλωση Ντίλιαν είναι κρατική υπηρεσία καθώς μόνο τέτοια ήθελε ο κ. Ντίλιαν να έχει ως αντισυμβαλλόμενη, όπως ισχυρίζεται. Το πεδίο της εισαγγελικής έρευνας είναι πολύ συγκεκριμένο και απλό. Μπορεί προφανώς να το διεκπεραιώσει η Εισαγγελία Πρωτοδικών χωρίς τη βοήθεια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που ελπίζω ότι θα φανεί τώρα σοφότερη και αυτοπροστατευτική.
Υπάρχει όμως και η υποδειγματική πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ που κλήθηκε να κρίνει αίτηση ακυρώσεως παρακολουθούμενου από την ΕΥΠ, με «νόμιμη επισύνδεση», δημοσιογράφου. Όπως ανακοινώθηκε με σχετικό δελτίο Τύπου του Δικαστηρίου: « Η Ολομέλεια συνήλθε σε διάσκεψη στις 2.3.2026 και αποφάσισε να διατάξει την Ε.Υ.Π. να διαβιβάσει στο Δικαστήριο τον υπηρεσιακό φάκελο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο, κατά τρόπο που η ίδια κρίνει συμβατό με τον απόρρητο χαρακτήρα των στοιχείων, σε περίπτωση δε που προβληθεί ότι ο υπηρεσιακός φάκελος και τα στοιχεία αυτά έχουν καταστραφεί, να γνωστοποιηθεί στο Δικαστήριο βάσει ποιας διάταξης κατεστράφησαν και να χωρήσει ανασύστασή τους και διαβίβασή τους στο Δικαστήριο. Ενόψει των ανωτέρω, η Ολομέλεια αναβάλλει την οριστική κρίση επί της υποθέσεως και διατάσσει την Ε.Υ.Π. να διαβιβάσει τα ως άνω στοιχεία στο Δικαστήριο εντός τριμήνου από την κοινοποίηση της απόφασης που θα εκδοθεί.»
Η στενωπός έχει συνεπώς διαμορφωθεί. Οι θεσμοί παρά την υποκλοπή που υπέστησαν αντιδρούν στο όνομα της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. –
* Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ. Πρώην αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ.

