ΑρχικήΜε ΆποψηΗΠΑ – Ιράν: Το Πυρηνικό Πρόγραμμα ως η Κρισιμότερη Απειλή και οι...

ΗΠΑ – Ιράν: Το Πυρηνικό Πρόγραμμα ως η Κρισιμότερη Απειλή και οι Πολιτικές – Στρατιωτικές Επιλογές της Ουάσιγκτον

Του Δρ. Μάριου Π. Ευθυμιόπουλου, Διευθυντή του Strategy International (SI), Αναπληρωτή Καθηγητή Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, Vytautas Magnus University

Η κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν μπορεί πλέον να αναλυθεί μόνο ως μια ακόμη γεωπολιτική αντιπαράθεση στη Μέση Ανατολή. Ο πυρήνας του προβλήματος είναι ξεκάθαρος: το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.

Αυτό αποτελεί σήμερα τη σημαντικότερη στρατηγική ανησυχία όχι μόνο για την Ουάσιγκτον αλλά και για το Ισραήλ, τις αραβικές χώρες του Κόλπου και συνολικά τη διεθνή αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Σύμφωνα με τις τελευταίες εκθέσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA), το Ιράν διαθέτει πλέον πάνω από 440 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου στο 60%, επίπεδο εξαιρετικά κοντά στο στρατιωτικό όριο του 90% που απαιτείται για πυρηνικό όπλο. Παράλληλα, το συνολικό απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου έχει αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας σοβαρές ανησυχίες ότι η Τεχεράνη βρίσκεται πλέον σε θέση «nuclear threshold state», δηλαδή κράτους που μπορεί να φτάσει γρήγορα σε επιχειρησιακή πυρηνική δυνατότητα.

Αυτό ακριβώς αλλάζει τα δεδομένα. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το ζήτημα δεν είναι μόνο πολιτικό ή διπλωματικό. Είναι ζήτημα στρατηγικής αποτροπής και διεθνούς ισορροπίας ισχύος. Μια πιθανή πυρηνική δυνατότητα του Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, οδηγώντας χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία ή ακόμη και η Αίγυπτος σε σκέψεις ανάπτυξης αντίστοιχων δυνατοτήτων.

Για αυτό και οι επιλογές της Ουάσιγκτον δεν περιορίζονται μόνο στη διπλωματία. Οι ΗΠΑ εξετάζουν ταυτόχρονα πολιτικές αλλά και στρατιωτικές επιλογές.

Η πρώτη επιλογή είναι η πολιτική και οικονομική πίεση. Κυρώσεις, ενεργειακός περιορισμός, απομόνωση του ιρανικού τραπεζικού συστήματος, πίεση μέσω διεθνών οργανισμών και παράλληλη ενίσχυση συμμαχιών με Ισραήλ και αραβικές χώρες. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αυξήσει το οικονομικό και πολιτικό κόστος για την Τεχεράνη, ώστε να την οδηγήσει πίσω σε ένα αυστηρό πλαίσιο ελέγχου.

Η δεύτερη επιλογή αφορά την αποτροπή μέσω στρατιωτικής ισχύος. Οι ΗΠΑ διατηρούν ισχυρή ναυτική και αεροπορική παρουσία στον Περσικό Κόλπο και στην περιοχή της CENTCOM, με αεροπλανοφόρα, συστήματα πυραυλικής άμυνας, δυνατότητες κυβερνοπολέμου και στρατηγικά βομβαρδιστικά μεγάλης εμβέλειας. Παράλληλα, ενισχύεται συνεχώς η συνεργασία με το Ισραήλ σε επίπεδο πληροφοριών, anti-drone τεχνολογιών και πιθανών επιχειρησιακών σεναρίων.

Η τρίτη — και πιο επικίνδυνη — επιλογή είναι μια περιορισμένη στρατιωτική επιχείρηση κατά πυρηνικών εγκαταστάσεων. Πρόκειται για σενάριο που συζητείται έντονα τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα σε περίπτωση που οι αμερικανικές και ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμήσουν ότι το Ιράν βρίσκεται πολύ κοντά στην απόκτηση πυρηνικού όπλου.

Ωστόσο, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είχε σοβαρές συνέπειες. Η Τεχεράνη θα μπορούσε να απαντήσει μέσω περιφερειακών δικτύων σε Λίβανο, Συρία, Ιράκ και Υεμένη, ενώ θα επηρεάζονταν άμεσα οι ενεργειακές ροές και η ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρόμων. Υπενθυμίζεται ότι περίπου το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου διέρχεται από το Στενό του Ορμούζ.

Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να παρουσιάσει μια πιο σκληρή στρατηγική προσέγγιση, στηριζόμενος στο δόγμα της «ειρήνης μέσω ισχύος». Η λογική της αμερικανικής πλευράς είναι ξεκάθαρη: όσο το Ιράν πλησιάζει στο πυρηνικό κατώφλι, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα περιφερειακής αποσταθεροποίησης.

Στην πραγματικότητα, η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί έναν γενικευμένο πόλεμο. Επιθυμεί όμως να αποτρέψει τη δημιουργία ενός πυρηνικού Ιράν που θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τους συσχετισμούς ισχύος στη Μέση Ανατολή.

Το επόμενο διάστημα θα είναι κρίσιμο. Οι διαπραγματεύσεις πιθανόν να συνεχιστούν, αλλά πίσω από τη διπλωματία εξελίσσεται ήδη μια σκληρή στρατηγική αναμέτρηση με πολιτικά, οικονομικά, πληροφοριακά και στρατιωτικά χαρακτηριστικά.

 

 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ