Οι έρευνες για την προέλευση της έντονης μυρωδιάς αερίου που έγινε αισθητή το μεσημέρι της Δευτέρας (18/5) σε πολλές περιοχές της Αττικής βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, με τους επιστήμονες να εξετάζουν πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο ανθρωπογενούς εκπομπής υγραερίου.
Όπως εξήγησε ο Νίκος Μιχαλόπουλος, Διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, μέχρι στιγμής δεν έχει καταγραφεί καμία επιβάρυνση στους λεγόμενους «θεσμοθετημένους ρύπους», δηλαδή στις ουσίες που παρακολουθούνται συστηματικά βάσει ευρωπαϊκών προδιαγραφών και για τις οποίες υπάρχουν σαφή όρια ασφαλείας.
Τα πρώτα στοιχεία από τις μετρήσεις δεν έδειξαν κάποια ασυνήθιστη μεταβολή στους βασικούς δείκτες ατμοσφαιρικής ρύπανσης, γεγονός που οδήγησε τους ειδικούς να επικεντρωθούν στην ανάλυση της ίδιας της οσμής — μιας παραμέτρου που δεν μετράται εύκολα και δεν καλύπτεται από συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο.
Σύμφωνα με τον κ. Μιχαλόπουλο, τέτοιου είδους οσμές συνδέονται συνήθως με θειούχες ενώσεις, οι οποίες μπορεί να προέρχονται είτε από βιομηχανικές δραστηριότητες είτε από φυσικές πηγές, όπως το θαλάσσιο περιβάλλον. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, η ένταση και τα χαρακτηριστικά της μυρωδιάς δεν παρέπεμπαν σε φυσικό φαινόμενο.
Τα σενάρια που αποκλείστηκαν
Οι επιστήμονες προχώρησαν βήμα-βήμα στον αποκλεισμό πιθανών πηγών, ακολουθώντας τη μέθοδο της «εις άτοπον απαγωγής».
Αρχικά εξετάστηκε το ενδεχόμενο διαρροής από εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, μεταξύ αυτών και η Ρεβυθούσα, χωρίς όμως να καταγραφεί αύξηση στις συγκεντρώσεις μεθανίου που θα επιβεβαίωνε ένα τέτοιο σενάριο.
Παράλληλα, απομακρύνθηκε και η πιθανότητα η οσμή να προέρχεται από φυσικές εκπομπές της θάλασσας, καθώς — όπως σημείωσε ο κ. Μιχαλόπουλος — οι φυσικές διεργασίες δεν παράγουν τη συγκεκριμένη χαρακτηριστική μυρωδιά που περιέγραψαν οι πολίτες.
Με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα, το επικρατέστερο ενδεχόμενο είναι να υπήρξε εκπομπή υγραερίου στην ατμόσφαιρα, πιθανότατα προπανίου ή βουτανίου. Πρόκειται για ουσίες στις οποίες προστίθενται ειδικές θειούχες ενώσεις, ώστε να εντοπίζονται άμεσα σε περίπτωση διαρροής λόγω της έντονης οσμής τους.
Ο ίδιος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η πηγή να συνδέεται είτε με θαλάσσια δραστηριότητα — όπως πιθανή διαρροή ή απόρριψη φορτίου από πλοίο — είτε με χερσαία εγκατάσταση στην ευρύτερη περιοχή του κόλπου της Ελευσίνας.
«Για να γίνει αισθητή μια τέτοια μυρωδιά σε τόσο μεγάλη έκταση και με τέτοια ένταση, μιλάμε για σημαντική ποσότητα», τόνισε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι όλα τα έως τώρα στοιχεία συγκλίνουν στο συμπέρασμα πως πρόκειται για ανθρωπογενή εκπομπή και όχι για φυσικό φαινόμενο, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο παράνομης ενέργειας.
Ο κ. Μιχαλόπουλος υπογράμμισε, τέλος, ότι η ακριβής ταυτοποίηση τέτοιων περιστατικών παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη στην Ελλάδα, καθώς δεν υπάρχει ο απαιτούμενος εξειδικευμένος εξοπλισμός για άμεση ανίχνευση ουσιών όπως το προπάνιο και το βουτάνιο σε πραγματικό χρόνο.
Όπως ανέφερε, οι συγκεκριμένες μετρήσεις απαιτούν τεχνολογία υψηλού κόστους και σε πολλές περιπτώσεις η ανάλυση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο εκ των υστέρων, κάτι που δυσκολεύει σημαντικά την άμεση διερεύνηση τέτοιων συμβάντων.

