✍️ Ο Γιώργος Κουβαράς
Ένα από τα προβλήματα που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια στο δημόσιο πολιτικό διάλογο είναι η ακατάσχετη «γκαλοπολογία».
Τουλάχιστον μια φορά το μήνα κανάλια, ραδιόφωνα, εφημερίδες και ιστοσελίδες δημοσιεύουν κι από μια καινούργια δημοσκόπηση που δίνει τροφή για αναλύσεις, συμπεράσματα, αντιπαραθέσεις, εσχάτως δε και απειλές χωρίς αντίκρισμα. Η συνήθης πρακτική είναι να επικαλούνται τις δημοσκοπήσεις όλοι όσοι θεωρούν ότι τους βολεύουν, εμφανίζοντας τες ως δείγμα δικαίωσης της πολιτικής τους και να τις αρνούνται ή να τις καταγγέλλουν όσοι θεωρούν ότι δεν τους βολεύουν, εμφανίζοντας τες ως μέρος κάποιου σκοτεινού σχεδίου εξόντωσής τους. Όλο αυτό το θέατρο που παίζεται γύρω από τα γκάλοπ έχει στοιχεία φάρσας. Όχι γιατί οι ίδιες οι δημοσκοπήσεις είναι αναξιόπιστες – αυτό το λένε πολλοί, το πιστεύουν λιγότεροι και δεν είναι σε θέση να το αποδείξει κανείς. Οι farcuers δεν είναι δημοσκόποι – ασχέτως αν συνήθως αποδέχονται αδιαμαρτύρητα τη φάρσα που στήνεται πάνω στις έρευνες τους. Οι πραγματικοί farcuers είναι οι πολιτικοί και μαζί τους διάφοροι αναλυτές που ανεβάζουν κάθε μήνα το ίδιο έργο που περιλαμβάνει πηχυαίους τίτλους, αυθαίρετα συμπεράσματα, βαρύγδουπες δηλώσεις και διαστρέβλωση της πραγματικότητας με βάση την προσδοκία ή τη φαντασία τους.
Μια σύντομη αναδρομή στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις επιβεβαιώνει ότι δεν είναι οι δημοσκόποι αυτοί που διαψεύστηκαν αλλά οι πολιτικοί που αρνούνταν να τους πιστέψουν. Τρανό παράδειγμα – δύο φορές – ο Αλέξης Τσίπρας, που και το 2019 και το 2023 θεωρούσε ότι τα γκάλοπ του την είχαν στημένη. Τελικά αποδείχθηκε ότι του την είχαν στημένη οι ψηφοφόροι. Με μοναδική εξαίρεση το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, που ο μικρός χρόνος (μόλις μια εβδομάδα) δεν επέτρεψε αξιόπιστες έρευνες, σε όλες τις άλλες αναμετρήσεις στη χώρα μας οι δημοσκοπήσεις έδειξαν με ελάχιστη απόκλιση το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα. Και μιλάμε, βέβαια, για αυτές που δημοσιεύονταν δύο μέρες πριν τις εκλογές. Μόνο αυτές μπορούν να έχουν το στοιχείο της πρόβλεψης κι όχι εκείνες που γίνονται μήνες ή χρόνια πριν τις εκλογές. Αν πάρουμε το παράδειγμα των τελευταίων ευρωεκλογών θα δούμε ότι η πρόθεση ψήφου που δημοσιεύτηκε από τις περισσότερες εταιρίες την τελευταία Παρασκευή σχεδόν ταυτίζεται με το εκλογικό αποτέλεσμα. Η εκτίμηση, αντιθέτως, ευνοούσε το πρώτο κόμμα και γι αυτό δεν επιβεβαιώθηκε.
Αν διαβάσει κανείς σήμερα προσεκτικά την πρόθεση ψήφου των περισσότερων εταιριών δημοσκοπήσεων, θα συνειδητοποιήσει ότι η εικόνα της κοινής γνώμης που αποτυπώνουν ελάχιστη σχέση έχει με το αφήγημα των πολιτικών κομμάτων. Ας πάρουμε το παράδειγμα της Alco, που δίνει μόνο πρόθεση ψήφου, γιατί εκεί φαίνεται πιο καθαρά η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην πολιτική πραγματικότητα και στο αφήγημα των κομμάτων, τουλάχιστον αυτών που διεκδικούν την εξουσία. Η ΝΔ βρίσκεται στο 23,3%, δηλαδή περίπου 15 μονάδες πίσω από την αυτοδυναμία, την οποία προβάλλει ως εφικτό στόχο. Η ΕΛΑΣ είναι στο 14,2%, δηλαδή 4 μονάδες κάτω από το ποσοστό που πήρε ο Τσίπρας ως αποτυχών αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης την προηγούμενη τετραετία και περίπου 24 μονάδες πίσω από τον εκπεφρασμένο στόχο του να ξαναγίνει πρωθυπουργός. Το ΠΑΣΟΚ είναι στο 10,3%, άρα τουλάχιστον 13 μονάδες πίσω από το στόχο του να κερδίσει τις εκλογές «έστω και με μια ψήφο διαφορά» (αφού η ΝΔ έχει 23,3%) και να επιχειρήσει το σχηματισμό συμμαχικής κυβέρνησης με βάση το δικό του πρόγραμμα.
Με άλλα λόγια, αυτό που δείχνουν τα γκάλοπ ουδεμία σχέση έχει με αυτό που πιστεύουν τα κόμματα. Ίσως θα έπρεπε οι δημοσκόποι να βρουν το κουράγιο να το εξηγήσουν έτσι απλά στους πολίτες. Θα βοηθούσε και τα κόμματα και τα ΜΜΕ και κυρίως τους ίδιους που συχνά γίνονται στόχοι άδικων επιθέσεων.
Δημοσιεύτηκε στο Καρφί – Σάββατο 20 Ιουνίου

