Τραπεζικές πηγές προχωρούν σε διευκρινίσεις με αφορμή τη συζήτηση που έχει αναπτυχθεί μεταξύ πολιτικών στελεχών για το ζήτημα της αναβαλλόμενης φορολογίας των συστημικών τραπεζών.Οι διευκρινίσεις έρχονται λίγα 24ωρα μετά τις αναφορές του Αλέξης Τσίπρας περί επιβολής έκτακτης φορολόγησης, σε περίπτωση που δεν επισπευσθεί η αποπληρωμή του αναβαλλόμενου φόρου.
Καταρχάς, όπως αναφέρουν οι τραπεζικές πηγές, για την ορθή κατανόηση του όρου, ο «αναβαλλόμενος φόρος» αποτελεί λογιστικό χειρισμό που προβλέπεται από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και προκύπτει όταν υπάρχουν διαφορές μεταξύ της λογιστικής και της φορολογικής αντιμετώπισης συγκεκριμένων οικονομικών γεγονότων. Σκοπός του είναι να αποτυπώνονται στις οικονομικές καταστάσεις οι μελλοντικές φορολογικές επιβαρύνσεις ή τα μελλοντικά φορολογικά οφέλη που απορρέουν από τις διαφορές αυτές.
Η ύπαρξη αναβαλλόμενου φόρου στις οικονομικές καταστάσεις μιας εταιρείας ή μιας τράπεζας δεν σχετίζεται με το εάν η επιχείρηση καταβάλλει ή όχι φόρο εισοδήματος. Η φορολογική επιβάρυνση καθορίζεται αποκλειστικά από το εάν η εταιρεία εμφανίζει φορολογητέα κέρδη (όχι λογιστικά κέρδη), σύμφωνα με την ισχύουσα φορολογική νομοθεσία.
Οι τράπεζες σήμερα δεν έχουν φορολογητέα κέρδη δεδομένου πως τα κέρδη τους συμψηφίζονται με τις ζημίες της οικονομικής κρίσης.
Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου, η ελληνική νομοθεσία προέβλεψε ότι μέρος του λογιστικού αναβαλλόμενου φόρου μπορεί να αναγνωρίζεται ως στοιχείο των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών, μέσω της παροχής εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου έναντι προμήθειας προς αυτό. Το ποσό του αναβαλλόμενου φόρου που αναγνωρίζεται εποπτικά προέκυψε από τις τεράστιες ζημίες που υπέστησαν οι τράπεζες κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης, κυρίως από το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων (PSI), και από τις μεγάλες διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Τις ζημιές αυτές μπορούν, με βάση την γενικά ισχύουσα φορολογική νομοθεσία να εκπίπτουν από τα μελλοντικά τους κέρδη οι ελληνικές τράπεζες σε βάθος χρόνου. Το συγκεκριμένο ποσό του αναβαλλόμενου φόρου που αναγνωρίζεται ως εποπτικό κεφάλαιο αποσβένεται σταδιακά κάθε έτος, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ελληνικής νομοθεσίας.
Ο λόγος που οι τότε κυβερνήσεις προχώρησαν στη συγκεκριμένη ρύθμιση (κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου το 2014, αλλά και η κυβέρνηση Τσίπρα το 2017) δεν ήταν η προστασία των συμφερόντων των τραπεζών, οι οποίες τότε ανήκαν, σε σημαντικό ποσοστό, στο Δημόσιο.
Η ρύθμιση θεσπίστηκε, αφενός, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δημόσιοι πόροι οι οποίοι είχαν δοθεί για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, θα παρέμεναν διαθέσιμοι στο Ελληνικό Δημόσιο για την κάλυψη άλλων δημοσιονομικών αναγκών και, αφετέρου, διότι, χωρίς το πλαίσιο του αναβαλλόμενου φόρου, οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών και, κατ’ επέκταση, τα απαιτούμενα ποσά για την ανακεφαλαιοποίησή τους θα ήταν σημαντικά υψηλότερα, επιβαρύνοντας σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό το Ελληνικό Δημόσιο.
Με απλά λόγια, αντί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει εκ νέου επιπλέον κεφάλαια για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, εισήγαγε την ρύθμιση αναγνώρισης του αναβαλλόμενου φόρου ως κεφάλαιο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τράπεζες, σε αντίθεση με τις λοιπές επιχειρήσεις φορολογούνται με συντελεστή 29% (έναντι 22% των λοιπών εταιρειών) και επιπλέον, δεν μεταφέρουν στο τελικό καταναλωτή τον ΦΠΑ που καταβάλλουν στους προμηθευτές τους καθώς οι βασικές τραπεζικές υπηρεσίες απαλλάσσονται από ΦΠΑ. Έτσι, ο ΦΠΑ αποτελεί για αυτές πραγματικό κόστος και όχι ουδέτερο φόρο, όπως σε όλες τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να καταβάλλουν ετησίως 350-400 εκατομμύρια ευρώ που επιβαρύνουν άμεσα τα λειτουργικά τους έξοδα και αποδίδονται στον κρατικό προϋπολογισμό.
Ως εκ τούτου, η συνολική φορολογική τους συνεισφορά στα δημόσια έσοδα είναι σημαντική και δεν περιορίζεται μόνο στον φόρο εισοδήματος ή σε άλλους άμεσους φόρους. Συνεπώς, η διαπίστωση ότι «οι τράπεζες δεν πληρώνουν φόρους» είναι ανακριβής και δεν αποτυπώνει το σύνολο της φορολογικής τους επιβάρυνσης. Επιπλέον δε, οι τράπεζες πληρώνουν στο Δημόσιο ετήσια αμοιβή για την εγγύηση του αναβαλλόμενου φόρου, η οποία έχει καθορισθεί με όρους αγοράς και εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ανταγωνισμού.
Επομένως, δημιουργεί ερωτηματικά η διαρκής επαναφορά του θέματος από κόμματα ή στελέχη κομμάτων όταν μάλιστα αυτά είχαν άμεση συμμετοχή στις σχετικές αποφάσεις και νομοθετήματα.
Διατυπώνεται, για παράδειγμα, η πρόταση για επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου. Αυτό, όμως, έχει ήδη συμβεί με πρωτοβουλία των ίδιων των τραπεζών.
Οι συστημικές τράπεζες απευθύνθηκαν στις εποπτικές αρχές και ζητώντας τη σύμφωνη γνώμη τους για να προχωρήσουν ταχύτερα στην απόσβεση του DTC. Για να εξασφαλιστεί το πράσινο φως των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών στο σχήμα που εγκρίθηκε και ήδη εφαρμόζεται απαιτήθηκαν μακρές και επίπονες διαπραγματεύσεις, παρά το γεγονός ότι οι ίδιες οι τράπεζες επεδίωξαν την επιτάχυνση. Με την επιμονή και επιχειρηματολογία των συστημικών τραπεζών, εγκρίθηκε ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και οι τράπεζες έχουν προχωρήσει ήδη από τη χρήση του 2025 σε απόσβεση του DTC μεγαλύτερη από εκείνη που ορίζει ο σχετικός νόμος, με πρωταρχικό σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων τους.
Συγκεκριμένα, πέρα από την απόσβεση που ορίζει ο νόμος, το DTC αποσβένεται εποπτικά και με το επιπλέον ποσό που αντιστοιχεί στο 29% των μερισμάτων που καταβάλλονται στους μετόχους. Όσο μεγαλύτερο είναι το μέρισμα, τόσο ταχύτερη και η απόσβεση του DTC. Το 2025 η απόσβεση του DTC ανήλθε στο ποσό των 1,5 δισ. ευρώ αντί των περίπου 700 εκατ. ευρώ που προέβλεπε ο νόμος του 2017.
Με βάση τα επιχειρηματικά σχέδια των τραπεζών και τα προβλεπόμενα μερίσματα, η πλήρης απόσβεση του DTC θα ολοκληρωθεί 8-10 έτη νωρίτερα από την αρχική πρόβλεψη του σχετικού νόμου. Δηλαδή αναμένεται η πλήρης απόσβεση του DTC το 2032 ή 2033, σε σχέση με το 2042 που είχε καθοριστεί βάσει του νόμου, όπως αυτός είχε τροποποιηθεί το 2017 από την τότε κυβέρνηση.
Συχνά η πρόταση για επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου διατυπώνεται ταυτόχρονα με πρόταση μείωσης των μερισμάτων – κάτι αυτόχρημα αντιφατικό, αφού η διανομή μερισμάτων συνιστά ακριβώς μηχανισμό ταχύτερης απόσβεσης του DTC, όπως αυτός έχει εγκριθεί από την ΕΚΤ.
Συζητείται επίσης η πλήρης απόσβεση του DTC το 2028. Η εκτίμηση μας είναι ότι εκείνη τη χρονιά, το αναπόσβεστο ποσό του DTC θα είναι περίπου 8 δις ευρώ ή 30% των κεφαλαίων CET1. Πως άραγε θα καλυφθεί αυτό το έλλειμα της κεφαλαιακής επάρκειας; Προφανώς θα χρειαστούν νέες αυξήσεις κεφαλαίου, που δεν θα είναι μάλιστα αναπτυξιακές, αλλά θα πρέπει να γίνουν επειδή θα αλλάξει ακόμη περισσότερο ο χρόνος απόσβεσης του DTC.
Δηλαδή οι Τράπεζες επιτάχυναν από μόνες τους την απόσβεση από το 2042 στο 2032, το οποίο θεωρούν ως ασφαλή επιτάχυνση, και τώρα θέλουμε να πάμε ακόμη πιο νωρίς. Καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αυτό, πέραν της ανάγκης για νέα ανακεφαλαιοποίηση, για την αξιοπιστία της χώρας στην προσπάθεια να προσελκύσει επενδύσεις.
Την ανάκαμψή τους οι Τράπεζες την επιστρέφουν ήδη στην οικονομία. Υπενθυμίζεται, ότι χάρη στην επάρκεια κεφαλαίων και ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος, με βάση τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά τη μεταπανδημική περίοδο (2022-2025), η Ελλάδα είχε μέσο ετήσιο ρυθμό πιστωτικής επέκτασης προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (ΜΧΕ) δηλαδή προς την πραγματική οικονομία στο 10,9% – τον 3ο μεγαλύτερο στην Ευρωζώνη.
Επίσης, σε σχέση με ένα οξύ κοινωνικό ζήτημα, το στεγαστικό, αξίζει να επισημανθεί ότι ειδικά τα επιτόκια για νέα στεγαστικά δάνεια στην Ελλάδα είναι χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με σταθερό επιτόκιο για τα 5 πρώτα χρόνια 3,16% έναντι 3,43% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Πώς θα επηρεαστεί η πιστωτική επέκταση ή τα περιθώρια των δανείων από ένα αιφνίδιο κεφαλαιακό έλλειμα της τάξεων των 8 δισ. ευρώ; Τι σημαίνει αυτό για την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας, που σύμφωνα με όλους τους διεθνείς οργανισμούς εξαρτάται από την ευρωστία του τραπεζικού συστήματος; Και ποια θα είναι η επίπτωση στο κόστος δανεισμού του Δημοσίου;
Συγχρόνως με τα παραπάνω περί αναβαλλόμενης φορολογίας, αναφέρεται ότι ο μέσος όρος της κερδοφορίας των τραπεζών στην ΕΕ είναι κοντά στο 1% του ΑΕΠ, ενώ στην Ελλάδα, διπλάσια κοντά στο 2%. Η αλήθεια είναι ότι στα τραπεζικά συστήματα μιας σειράς χωρών των ευρωπαϊκού νότου, όπως η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Ισπανία, αλλά και στην Αυστρία, η κερδοφορία των τραπεζών είναι 1,7%-2,1% του αντίστοιχου ΑΕΠ. Αντίστοιχα και το επιτοκιακό περιθώριο στις παραπάνω χώρες δεν διαφέρει ουσιαστικά από εκείνο των ελληνικών τραπεζών.

